Χαρακτηριστικές ἀπόψεις, ρήσεις κί ἀποσπάσματα κειμένων π. Βασιλείου Γοντικάκη

Γνωριμία μέ τόν Ἀρχιμανδρίτη π. Βασίλειο Γοντικάκη, Πρώην Ἡγούμενο Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους

Γιά τήν ἐλευθερία

[…] ῾Ο ἄνθρωπος, ἡ κορωνίδα τῆς δημιουργίας, ἔχει μέσα του τὸ ἐπικίνδυνο δῶρο τῆς ἐλευθερίας. Γι᾿ αὐτό, καὶ ὁ ἴδιος εἶναι ἐπικίνδυνος καὶ κουραστικὸς γιὰ ὅλα τὰ συστήματα καὶ τὶς θεωρίες.
Σωτηρία του δὲν εἶναι ἡ ἔξωθεν παροχὴ ἀγαθῶν. Δὲν μπαίνει ὁ ἄνθρωπος σὲ κατασκευασμένο ἀπὸ τρίτους παράδεισο. ῾Ο παράδεισος, ὡς ἔκπληξι ζωῆς, ἀνατέλλει ἀπὸ τὸν κάθε ἕνα ἄνθρωπο: «῾Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστί». […]

[…] Αὐτὴ εἶναι ἡ σωτήρια καὶ ἐπικίνδυνη διὰ τῆς ἐλευθερίας ἀγωγὴ ποὺ δίδεται στὴν ᾿Ορθοδοξία. Καταργεῖ, ὅσο καὶ ἂν στοιχίζη γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τὸ ψέμμα. Διαγράφει τὴν κατὰ φαντασίαν ἁγιότητα. Μιλᾶ σὲ ὅλους μὲ ἀγάπη. Τοὺς τιμᾶ μὲ τὸ νὰ τοὺς ὠθῆ σὲ δρόμους δύσκολους, προσωπικοῦ ἀγώνα. Τοὺς ἀγκαλιάζει παρέχοντάς τους ἐλευθερία. Τοὺς κρατᾶ μαζί του, ἐνῶ φαίνεται ὅτι τοὺς πετᾶ σὲ θάλασσα ἐπικίνδυνης περιπέτειας καὶ μοναξιᾶς. Καὶ ὅλα αὐτά, γιατὶ θέλει νὰ σωθῆ ὁ ἄνθρωπος, ὄχι νὰ κουτσουρευθῆ. Νὰ ἀνατείλη ἀπὸ μέσα του συνειδητὰ τὸ κεκρυμμένο μεγαλεῖο του, ποὺ ἀνακεφαλαιώνει τὸ ὅλον.
Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ τετελειωμένο λειτουργικὰ μυστήριο τῆς σωτηρίας, ὅπου «κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νῖκος», ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν λόγο ὑπάρξεως τοῦ κόσμου. […]

[…] ῍Αν σκοπὸ τῆς ζωῆς μας βάλωμε τὴν οἰκονομικὴ σύγκλισι καὶ τὴν αὔξησι τοῦ κατὰ κεφαλὴν εἰσοδήματος· ἂν ἰδανικό μας εἶναι ὁ Homo Oeconomicus, τότε ἡ ἐλευθερία μᾶς εἶναι περιττή. Καὶ αὐτοὶ ποὺ μᾶς καθοδηγοῦν φροντίζουν νὰ μᾶς ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὸ περιττὸ φορτίο τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας.
᾿Αντιθέτως, ἂν εἴμαστε ἀπαιτητικοί· ἂν ζητοῦμε τὸ γνήσιο, ἔστω καὶ ἐλάχιστο, ποὺ σπᾶ τὶς ἁλυσίδες κάθε σκλαβιᾶς καὶ ρίχνει τὰ φράγματα κάθε ἀποκλεισμοῦ· ἂν θέλωμε νὰ φτάσωμε στὴν «θύραν ἣν οὐδεὶς δύναται κλεῖσαι» (Ἀποκ. 3, 8) καὶ νὰ προχωρήσωμε στὴν ἀτελεύτητη ἐπέκτασι πρὸς τὸ μυστήριο τῆς κοινωνίας τῶν ἀγαπωμένων προσώπων, καὶ ὄχι στὴν κόλασι τῶν ἀντιμαχομένων ἀτόμων· τότε λύσι εἶναι ἡ «καινὴ κτίσις» καὶ ἡ λογικὴ τῆς θείας Λειτουργίας, ἡ λογικὴ καὶ ἡ ζωὴ τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας.
Εἶναι ἀπόλυτα εἰλικρινὴς ὁ Σάρτρ, καὶ ἀντιπροσωπεύει ἕναν πολιτισμὸ καὶ μιὰ στάσι ζωῆς, ὅταν λέει ὅτι ἡ κόλασί του εἶναι οἱ ἄλλοι. Καὶ εἶναι ἀντίστοιχα ἀπόλυτα εἰλικρινὴς καὶ ἀντιπροσωπεύει ἕναν ἄλλο πολιτισμὸ ὁ ᾿Αββᾶς τοῦ Γεροντικοῦ ποὺ λέει: «Εἶδες τὸν ἀδελφόν σου, εἶδες Κύριον τὸν Θεόν σου» (Ἀββᾶ Ἀπολλώ, γ΄, σσ. 20-21). […]

β. Γιά τήν Ἑλλάδα

[…] Πάντοτε ὁ δυναμισμὸς τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ ᾿Ορθοδόξου βρίσκεται στὸ ἐλάχιστο καὶ ἀδύνατο, ποὺ κρύβει μέσα του κάτι τὸ μέγιστο πνευματικά. Καὶ Αὐτὸ ἀπὸ μόνο του φανερώνει κάποια θεϊκὴ εὐγένεια καὶ λεπτότητα ἀνθρωπιᾶς, ποὺ σώζει τὸν ἀδύνατο, χωρὶς νὰ τὸν πληγώνη, καὶ εἶναι ξένο πρὸς τὴ βαρβαρότητα τοῦ ἄγαν, ποὺ συνθλίβει τὸν ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ τὸν ὑπολογίζη. […]

[…] ῍Αν οἰκονομικὰ εἴμαστε ὑποδεέστεροι, συγκρινόμενοι μὲ ἄλλους λαούς, καὶ ἂν δὲν διαθέτωμε τὰ κεφάλαια τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τραπέζης, ὅμως ἔχομε κάποια ἄλλα, μοναδικά, ἀδαπάνητα λειτουργικὰ κεφάλαια κάποιας ἄλλης ῾Αγίας Τραπέζης, ποὺ εἶναι ἱκανὴ νὰ θρέψη τὴν οἰκουμένη μὲ τὴ χαρὰ τῆς ᾿Αναστάσεως, ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο […]

[…] Μὲ κάλεσαν νὰ κάνω μία ὁμιλία γιὰ τὸ ἀνοιχτὸ πανεπιστήμιο, στὴ Φλώρινα. Διάλεξα τὸ θέμα «ἡ ἐπαρχία ὡς πολιτιστικὴ πρωτεύουσα». Εἶναι καιρὸς νὰ φανεῖ αὐτό, ἡ πολιτιστικὴ πρωτεύουσα δὲν εἶναι ἡ Ἀθήνα.
Στὴν ἐπαρχία διασῴζεται ὁ ἄνθρωπος… Μόνο ποὺ βλέπει τὴ φύση, τὴ βροχή, ἀκούει τοὺς ἤχους, δὲν εἶναι τόση ἡ μοναξιά… Κάποιος ἐπισκέπτης μου ἔλεγε πὼς ἡ πιὸ ἀβάσταχτη μοναξιὰ εἶναι ἡ μοναξιὰ τῆς μεγαλούπολης. […]

γ. Γιά τό ῞Αγιο ῎Ορος

[…] Κάποιος μὲ εἶχε ρωτήσει μιὰ φορά: «Πῶς περνᾶτε στὸ ῞Αγιο ῎Ορος;» Κι ἐγὼ τοῦ᾿ πα: «Κοίταξε, περνᾶμε καλά, δηλαδὴ τὸ γλεντᾶμε». […]

[…] Θαρρῶ πὼς ὑπάρχουν καὶ πολλὰ συστήματα παιδαγωγικῆς ποὺ θἄθελαν νὰ κάνουν τὴ διδασκαλία παιχνίδι, καὶ τὴ ζωὴ παιχνίδι, γιατί, ξέρετε, στὸ τέλος δὲν ἀποκλείεται αὐτὸ ποὺ θὰ θυμώμαστε ἀπὸ τὴ ζωή μας νἆναι τὸ παιχνίδι. Κι αὐτὸ ποὺ ἔχει κατορθώσει τὸ ῞Αγιο ῎Ορος κι ἡ ᾿Ορθοδοξία, εἶναι νὰ κάνη τὴ ζωὴ παιχνίδι, καὶ νὰ κάνη τὴ ζωὴ ἄνετη. […]

[…] Μὰ θὰ πῆ κανείς: «Τόσο μαγικὰ εἶναι τὰ πράγματα ἐκεῖ;» Νομίζω, δὲν εἶναι μαγικά, εἶναι ἁπλῶς ἁπλὰ καὶ φυσικά. Κι ἄν τυχὸν ἐμεῖς ἔχουμε κάτι τὸ ὁποῖο μᾶς βασανίζει σήμερα κι ἂν βασανιζώμαστε, εἶναι ὅτι ἔχουμε χάσει τὴν ἁπλότητα καὶ τὴ φυσικότητα. […]

δ. Γιά τήν ἐπιστήμη

[…] ῞Οταν ἄρχισαν οἱ ἐπιστήμονες νὰ προβληματίζωνται, νὰ θέτουν νέα ἐρωτήματα· νὰ προσπαθοῦν νὰ δοῦν τὰ πράγματα ἔξω ἀπὸ τὸ κλειστὸ σύστημα ποὺ ἐθεωρεῖτο ὡς ἀσυζήτητο «δόγμα»· νὰ μιλοῦν γιὰ σχετικότητα, ἀπροσδιοριστία καὶ ἀβεβαιότητα, δημιούργησαν τὴν πρώτη ρωγμή, ἀπ᾿ ὅπου ἄρχισε νὰ μπαίνη φῶς ἐλπίδος γιὰ τὴ βεβαιότητα. Μίλησαν γιὰ κάποια σχέσι καὶ ἀλληλεπίδρασι τοῦ ἐρευνῶντος καὶ τοῦ ἐρευνωμένου. Γιὰ κάποια σχέσι ποὺ ἔχουν τὰ μέχρι τότε θεωρούμενα ἄσχετα τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο στοιχεῖα τοῦ σύμπαντος. ῎Ετσι, ἔμπαιναν στὴν ἀναζήτησι ἑνιαίας γνώσεως. Καὶ πλησίασαν τὴ φυσικὴ μὲ τὴ μεταφυσική, τὴν κοσμολογία μὲ τὴ θεολογία. ᾽Ετέθη τὸ ἐρώτημα: «Ποιὸ εἶναι τὸ ὄργανο γνώσεως γιὰ τὸν ἄνθρωπο;»

῾Η Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ἐμπειρία ἀπὸ τὴν πλευρά της οὔτε σχετίζεται μὲ τὴ λογικὴ καὶ τὴ διαγωγὴ τοῦ δυτικοῦ μεσαίωνα, οὔτε ἐκπλήσσεται ἢ ξενίζεται μὲ τὴν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης. ῎Εχει ἄλλο πλοῦτο, τόλμη καὶ προορισμό. Προχωρεῖ ἀπὸ τὸ κτιστὸ στὸ ἄκτιστο. ῾Η κατάρρευσι τῶν εἰδωλικῶν ἰνδαλμάτων πραγματοποιεῖται ἀκατάπαυστα μέσα στὴν Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ζωή. Καὶ εἶναι τόση ἡ ἰλιγγιώδης κίνησι, ποὺ φαίνεται στάσι. Εἶναι τόσο ἀπερινόητη ἡ πλησμονὴ τῆς ἀκτίστου φωτοχυσίας στὴ Μεταμόρφωσι τοῦ Κυρίου, ὥστε δὲν λέγεται φῶς, ἀλλὰ σκότος καὶ γνόφος. […]

Πλήρες κείμενο: Ἡ σχέσι μεταξὺ ᾿Επιστήμης καὶ Ὀρθόδοξης θεολογίας

ε. Γιά τόν ἄνθρωπο καί τόν σύγχρονο πολιτισμό

[…] Πρὸ καιροῦ ἤμουν στὴν Ἀμερική, καὶ μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι πόσο τὰ πράγματα εἶναι πλούσια, πόσο οἱ δρόμοι τεράστιοι, πόσο τὰ σπίτια σὰν ζωγραφιά, μὲ τὸ σπίτι, τὸ γρασίδι, τὰ δέντρα, τὰ αὐτοκίνητα… Ἀλλ᾿ ὅταν εἶδα μερικοὺς ἀνθρώπους, ἔνοιωσα πῶς μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν τάξι καὶ τὴν καθαριότητα, ἐκεῖ ποὺ δὲν λείπει τίποτε, λείπουν ὅλα. Καὶ ὅλα μία στιγμὴ εἶναι ἄοσμα, ἄγευστα καὶ ἄχρωμα, ἀφοῦ μου εἶπαν κάποιοι ὅτι, ἐνῷ τὰ εἶχαν ὅλα, δὲν εἶχαν διάθεσι γιὰ ζωὴ καὶ ἤθελαν νὰ «τελειώσουν»…

Βλέπει κανεὶς ὅτι αὐτὴ ἡ λογική, ποὺ ἔχομε πολλὲς φορὲς καὶ λέμε «νὰ ἀνεβάσωμε τὸ βιοτικὸ ἐπίπεδο, νὰ μποῦμε στὴν Εὐρώπη γιὰ νὰ ἔχωμε ἕνα νόμισμα, νὰ εἴμαστε πλούσιοι, κτλ», δὲν βγάζει πουθενά. Γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι τὸ παράξενο, ποὺ δὲν χορταίνει μὲ τὰ πλούτη. Κι ἂν τοῦ λύσης ὅλα τὰ προβλήματα, ἢ νομίζεις ὅτι τοῦ τὰ λύσης, τότε εἶναι ποὺ μπῆκες στὸ ἄλυτο πρόβλημα. Λ.χ. οἱ Σουηδοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἴσως τὸ ἀνώτερο βιοτικὸ ἐπίπεδο στὴν Εὐρώπη, εἶναι αὐτοὶ ποὺ αὐτοκτονοῦν περισσότερο. Γιατί, ἐνῷ νομίζουν ὅτι τὰ ἔχουν ὅλα, δὲν ἔχουν τίποτε.

Ὁ ἄνθρωπος, ξέρετε, ζητὰ τὴν ἐπιτυχία, ζητᾷ τὴν πρόοδο. Θέλει λ.χ. ἕνα παιδὶ νὰ τελειώση τὸ δημοτικό, τὸ γυμνάσιο, τὸ λύκειο, νὰ πάῃ στὸ πανεπιστήμιο καὶ νὰ προχωρήση. Ἐν συνεχείᾳ ἂν τυχὸν ἀξιωθῆ νὰ πάρη καὶ τὸ βραβεῖο Νόμπελ, συνεχίζει νὰ πεινᾷ καὶ νὰ διψᾷ γιὰ πρόοδο. Ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος: «Ἐπιποθῶ τοῦ πλείονος καὶ πάντοτε στενάζω». «Ἐπιποθῶ», θέλω, ποθῶ συνεχῶς καὶ περισσότερο, καὶ διαρκῶς στενάζω. Ὁ ἄνθρωπος -εἴτε πιστεύει, εἴτε δὲν πιστεύει, αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα- ἔχει μέσα τοῦ τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ λέγει ὁ ἅγιος Συμεών, ὅτι «ὑπάρχει μία μικρὴ χαρά, ποὺ περιγελᾷ τὸν θάνατο». Κι ἂν τυχὸν ὅλα τὰ κερδίσωμε καὶ δὲν κερδίσωμε ἐκείνη τὴ χαρά, ποὺ περιγελᾷ τὸν θάνατο, τότε εἴμαστε ἐξ ἴσου ἀποτυχημένοι, εἴτε εἴμαστε πλούσιοι, εἴτε φτωχοί, εἴτε γραμματισμένοι, εἴτε ἀγράμματοι. […]

Πλήρες κείμενο : Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός καί ἡ λογική τῆς παραδόσεώς μας

Βιβλιογραφία

Ἀφιέρωμα στόν Ἀρχιμανδρίτη Βασίλειο Ἰβηρίτη

Η απορία του 8χρονου Νικόλα, το αδιέξοδο του Στάινερ και η απάντηση της χαροκαμμένης μάνας

KONICA MINOLTA DIGITAL CAMERA

Ομιλία και συζήτηση με τον Αρχιμανδρίτη π. Βασίλειο Γοντικάκη, Προηγούμενο Ι.Μ. Ιβήρων Αγίου Όρους στο Πανεπιστήμιο Πατρών στις 7 Δεκεμβρίου 2006 με εκκίνηση την παιδεία και ειδικότερα τη σχέση της με την Ορθόδοξη θεολογία.

Audio clip: Adobe Flash Player (version 9 or above) is required to play this audio clip. Download the latest version here. You also need to have JavaScript enabled in your browser.

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και η Λογική της Παραδόσεώς μας

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ ΚΑΙ Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ
ὁμιλία π. Βασιλείου Γοντικάκη εἰς τὴν Πάτρα τὴν 14η Μαΐου τοῦ 1998

agios_kosmas_aitwlos

Εἰσήγησι

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, αὐτὸ ποὺ μὲ εὐχαρίστησε στὴν προσφώνησι ἦταν ὁ αὐθορμητισμός. Ἐπίσης, τὸ ὅτι ἐλέχθη ὅτι εἶναι συζήτησι αὐτὴ ποὺ θὰ κάνουμε καὶ τὸ ὅτι ἔγινε ἕνας ὑπαινιγμὸς στὰ βάσανα ποὺ ἔχουμε. Ὅταν μὲ καλέσατε νὰ ἔρθω, σκέφτηκα καὶ τὰ δικά μου τὰ βάσανα, τὰ παλιά· καὶ ὄντας στὸ Ἅγιον Ὄρος, σκεφτόμαστε καὶ σᾶς. Δηλαδή, σκέφτεται κανεὶς τὸν ἑαυτό του, πῶς πέρασε στὴν ἡλικία τὴ δική σας, σκέφτεται πῶς κάτι… παιδιά, τί κάνει ἡ πολιτική μας, τί κάνει ὅλος ὁ κόσμος καὶ τί ὑπάρχει στὸ Ἅγιον Ὄρος. Στὴ συνέχεια νοιώθει κανεὶς ὅτι τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἁπλωμένο σ’ ὅλη τὴν ῾Ελλάδα.
Καὶ θέλω νὰ πῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι, μιὰ στιγμή, ὄντας μόνος στὸ Ὄρος, δηλαδὴ ὄντας μαζὶ μὲ ὅλο τὸν κόσμο, λέει κανεὶς αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἄσωτος υἱός, ὅτι «πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι». Πόσος πλοῦτος ὑπάρχει στὴν παράδοσί μας, πόση ἐλευθερία, πόση δυνατότητα νὰ χαροῦμε τὴ ζωή μας! Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἐμεῖς πεινᾶμε καὶ ὑποφέρουμε!
Στὴ συνέχεια νοιώθω τὸ ἑξῆς, ὅτι στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔρχονται πολλοὶ θρησκευόμενοι ποὺ δὲν νοιώθουν τίποτα, κι ἔρχονται πολλοὶ ἄσχετοι οἱ ὁποῖοι συγκλονίζονται, κι ἔρχονται πολλοὶ πολιτικοὶ… Πολλοὶ θρησκευόμενοι ἐξ ἐπαγγέλματος δὲν καταλαβαίνουν, πολλοὶ ἀνήσυχοι συγκλονίζονται· οἱ περισσότεροι πολιτικοὶ δὲν καταλαβαίνουν τίποτα. Καὶ λές: «Τί γίνεται μὲ τὴν ῾Ελλάδα, καὶ τί γίνεται μὲ τὴν Εὐρώπη;» Κι ἐγὼ τώρα αὐτὸ ποὺ σᾶς λέω εἶναι μιὰ ἐξομολόγησι. Καὶ λέω ὅτι ἔχει ἕνα χρέος μεγάλο ὁ ῞Ελληνας φοιτητὴς σήμερα: νὰ εἶναι Ἕλληνας Ὀρθόδοξος φοιτητής. ᾿Εκεῖ ἔχουμε κάποιες δυνατότητες ποὺ δὲν ἔχουν οἱ ἄλλοι, καὶ ὀφείλομε ἁπλῶς νὰ εἴμαστε αὐτὸ ποὺ λέει ἡ παράδοσί μας.

Καὶ θυμᾶμαι μιὰ φορὰ ποὺ εἶχα πάει στὴν Κρήτη σ’ ἕνα χωριό, στὰ ᾿Ανώγεια· καὶ εἶχαν ἔρθει κάτι γριὲς γιὰ ἐξομολόγησι. Κι ὅταν τέλειωσε, καὶ μοῦ λέει ἡ γριά, μιὰ γριά, μιὰ εὐχή: «Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου», μετὰ ἦρθε μιὰ ἄλλη γριά: «Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου». Κι ἐγὼ παραξενεύτηκα, καὶ λέω: «Μά, τί εἶναι αὐτὴ ἡ εὐχή;» Καὶ μοῦ λένε: «Ἔτσι τὸ λέμε. Γιὰ κάποιο γονιό, μάνα ἢ πατέρα, λέμε: «Να χαίρεσαι τὰ παιδιά σου», γιατὶ ἡ χαρὰ γιὰ τοὺς γονιοὺς εἶναι τὰ παιδιά τους. Κι ὅταν κανεὶς εἶναι παπάς, τοῦ λέμε: «Νὰ χαίρεσαι τὴν ἱερωσύνη σου». Κι ὅταν κανεὶς εἶναι καλόγερος ἢ καλογριά, τοῦ λέμε: «Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου». Αὐτὴ ἡ εὐχή, «νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου», νομίζω ὅτι εἶναι ἕνα πράγμα τόσο μεγάλο καὶ τόσο βαθύ, ποὺ θυμίζει θεολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Καὶ λέω ἐγώ: «Μὰ πῶς, νὰ γεννηθῶ στὴν Κρήτη, καὶ νὰ μεγαλώσω καὶ νὰ ζήσω ἐρήμην τῆς Κρήτης καὶ ἐρήμην τῆς παραδόσεώς μας!  Γιατὶ μᾶς ἔχουμε νὰ εἴμαστε ἀλλοδαποὶ στὸν τόπο μας;» Continue reading

Ἡ σχέσι μεταξὺ ᾿Επιστήμης καὶ Ὀρθόδοξης θεολογίας

Συνέντευξι Ἀρχιμανδρίτη π. Βασίλειου Γοντικάκη, Πρώην Ἡγούμενου Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους στὸ περιοδικὸ «ΠΑΡΕΜΒΟΛΗ»

christ_fractal

Ἐρώτησι: Ποιὰ πιστεύετε ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἡ σχέσι μεταξὺ ᾿Επιστήμης καὶ Ὀρθόδοξης θεολογίας; Καὶ πιὸ συγκεκριμένα, ποιὰ μπορεῖ νὰ εἶναι ἡ σχέσι μεταξὺ κοσμολογίας, σύγχρονης φυσικῆς καὶ Ὀρθόδοξης θεολογίας;

Ἀπάντησι: ῾Η θεοποίησι τοῦ ἀνθρωπίνου λογικοῦ καὶ τῶν δυνατοτήτων του στὸν χῶρο τῆς ἐπιστήμης εἶναι μιὰ μορφὴ εἰδωλολατρίας. ῾Η λατρεία τῶν κατασκευασμάτων τῶν χειρῶν καὶ τοῦ νοὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἄλλη εἰδωλολατρία, στὸν χῶρο τῆς θρησκείας.
Αὐτὲς οἱ εἰδωλολατρίες, τῆς ἐπιστήμης ποὺ δὲν ἔχει συνείδησι τῶν ὁρίων της καὶ τῆς θρησκείας ποὺ κλείνεται μέσα στὸν κτιστὸ κόσμο, εἶναι φυσικὸ νὰ διαμάχωνται ἄσκοπα καὶ ἄκαρπα.
‘Εὰν γνωρίζης τὴ θρησκεία διαβάζοντας τὴν ἱστορία τοῦ δυτικοῦ μεσαίωνα μὲ τὶς ἱερὲς ἐξετάσεις καὶ τὰ ἀνθρώπινα ἀλάθητα, τότε ἡ ἐπιστήμη ποὺ ἔχει τὸ σθένος νὰ ξεπερνᾶ τὶς παλαιότερες πεποιθήσεις καὶ θεωρίες της, εἶναι φυσικὸ νὰ θεωρῆ τὸν ἑαυτό της σὲ πλεονεκτικότερη θέσι.
῞Οταν ἄρχισαν οἱ ἐπιστήμονες νὰ προβληματίζωνται, νὰ θέτουν νέα ἐρωτήματα· νὰ προσπαθοῦν νὰ δοῦν τὰ πράγματα ἔξω ἀπὸ τὸ κλειστὸ σύστημα ποὺ ἐθεωρεῖτο ὡς ἀσυζήτητο «δόγμα»· νὰ μιλοῦν γιὰ σχετικότητα, ἀπροσδιοριστία καὶ ἀβεβαιότητα, δημιούργησαν τὴν πρώτη ρωγμή, ἀπ᾿ ὅπου ἄρχισε νὰ μπαίνη φῶς ἐλπίδος γιὰ τὴ βεβαιότητα. Μίλησαν γιὰ κάποια σχέσι καὶ ἀλληλεπίδρασι τοῦ ἐρευνῶντος καὶ τοῦ ἐρευνωμένου. Γιὰ κάποια σχέσι ποὺ ἔχουν τὰ μέχρι τότε θεωρούμενα ἄσχετα τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο στοιχεῖα τοῦ σύμπαντος. ῎Ετσι, ἔμπαιναν στὴν ἀναζήτησι ἑνιαίας γνώσεως. Καὶ πλησίασαν τὴ φυσικὴ μὲ τὴ μεταφυσική, τὴν κοσμολογία μὲ τὴ θεολογία. ᾽Ετέθη τὸ ἐρώτημα: «Ποιὸ εἶναι τὸ ὄργανο γνώσεως γιὰ τὸν ἄνθρωπο;»

῾Η Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ἐμπειρία ἀπὸ τὴν πλευρά της οὔτε σχετίζεται μὲ τὴ λογικὴ καὶ τὴ διαγωγὴ τοῦ δυτικοῦ μεσαίωνα, οὔτε ἐκπλήσσεται ἢ ξενίζεται μὲ τὴν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης. ῎Εχει ἄλλο πλοῦτο, τόλμη καὶ προορισμό. Προχωρεῖ ἀπὸ τὸ κτιστὸ στὸ ἄκτιστο. ῾Η κατάρρευσι τῶν εἰδωλικῶν ἰνδαλμάτων πραγματοποιεῖται ἀκατάπαυστα μέσα στὴν Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ζωή. Καὶ εἶναι τόση ἡ ἰλιγγιώδης κίνησι, ποὺ φαίνεται στάσι. Εἶναι τόσο ἀπερινόητη ἡ πλησμονὴ τῆς ἀκτίστου φωτοχυσίας στὴ Μεταμόρφωσι τοῦ Κυρίου, ὥστε δὲν λέγεται φῶς, ἀλλὰ σκότος καὶ γνόφος. Εἶναι τόσο ἀπαιτητικὴ καὶ ἀπόλυτη ἡ ἔφεσι τοῦ Ὀρθοδόξου ἀσκητοῦ γιὰ ἑνότητα, ὥστε ὁ μοναχὸς ὁρίζεται ὡς «ὁ πάντων χωρισθεὶς καὶ πᾶσι συνηρμοσμένος» (Φιλοκαλία, τ. Α΄, σ. 187). ῍Αν ἑνωθῆς μὲ κάτι, χωρίζεσαι ἀπὸ τὰ ἄλλα μὲ τὰ ὁποῖα δὲν ἑνώθηκες. ᾽Αλλά, ἂν θέλης νὰ ἑνωθῆς μὲ ὅλα, ὀφείλεις κατ᾽ ἀνάγκη νὰ χωρισθῆς ἀπὸ ὅλα, γιὰ νὰ ἑνωθῆς μ᾿ αὐτά. Νὰ βρίσκεσαι στὴν καρδιά τους καὶ ὅλα νὰ βρίσκωνται στὴν καρδιά σου.

῾Ο ἄνθρωπος θέλει νὰ δῆ, νὰ γνωρίση, νὰ ψηλαφήση, γιὰ νὰ πιστεύση. Καὶ ὁ Κύριος δέχεται τὴν ἀπαίτησι τοῦ Θωμᾶ νὰ Τὸν δῆ καὶ νὰ Τὸν ψηλαφήση. ῎Ετσι, ὁ Κύριος μπορεῖ νὰ τοῦ ὑποδείξη τὸν δρόμο ποὺ ὁδηγεῖ στὸ πλήρωμα λέγοντας: «῞Οτι ἑώρακάς με πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες». Μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔγιναν ὁλόκληροι μιὰ αἴσθησι, ἕνας ὀφθαλμός, καὶ δὲν ἔρχονται σὲ μερικὴ ἐπαφὴ χρονικῶς μαζί μου, ἀλλὰ πιστεύουν, γιατὶ ὀλόκληροι βρίσκονται διηνεκῶς μὲ ὅλο τὸν Θεάνθρωπο Κύριο. ῾Οπότε, οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες εἶναι οἱ ὄντως ὁρῶντες μὲ ὅλη τους τὴν ὕπαρξι τὸν ἄνω πάσης κτίσεως εὑρισκόμενο, γιατὶ ἔχουν φθάσει σὲ μιὰ κατὰ χάριν ἀσύγχυτη καὶ ἀχώριστη μὲ αὐτὸν ἕνωσι. Βλέπουν μὲ ὅλη τους τὴν ὕπαρξι τὸν ὄντως Ὄντα. Καὶ κερδίζουν τὴν ὕπαρξί τους μὲ τὸ νὰ τὴν χάνουν: «῞Ος ἂν ἀπωλέση τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν». ῾Η εὕρεσις ἀναδύεται ἀπὸ τὴν ἐκούσια θυσία, τὴν ἀπώλεια. Καὶ ἔτσι, βρίσκεις τὸν ὄντως ῎Οντα, γιὰ τὸν ὀποῖον πιὸ πολὺ ἁρμόζει τὸ μὴ εἶναι ἀπὸ τὸ εἶναι, διὰ τὸ ὑπὲρ εἶναι (Βλ. Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Μυσταγωγία, P. G. 91, 664B). Δηλαδή, μὲ ὁποιαδήποτε ἔννοια τῆς δικῆς μας ὑπάρξεως, δὲν μποροῦμε νὰ συλλάβουμε τὴν ὕπαρξι τοῦ Θεοῦ ὅπως οὐσιαστικὰ εἶναι. Γι῾ αὐτό, στὴ θεία Λειτουργία ὑμνοῦμε τὸν Θεό, γιατὶ εἶναι «ἀνέκφραστος, ἀπερινόητος, ἀόρατος, ἀκατάληπτος». Εὐχαριστοῦμε γιὰ τὶς εὐεργεσίες ποὺ γνωρίζουμε καὶ γιὰ ἐκεῖνες ποὺ δὲν γνωρίζουμε. Καὶ πιὸ πολὺ γνωρίζουμε τὰ ἄγνωστα ποὺ Αὐτὸς ρυθμίζει, ἐνῶ ἀγνοοῦμε τὰ γνωστά, ποὺ τὰ πλησιάζουμε μὲ τὴ σχετικὴ καὶ ἀποσπασματικὴ γνῶσι ποὺ ἐμεῖς μποροῦμε νὰ ἔχωμε γι᾿ αὐτά. ῎Ετσι, τὸ σίγουρο καὶ γνωστὸ στὴν ἐξίσωσι τῆς ζωῆς εἶναι τὸ ἄγνωστο. Διὰ τοῦ ἀγνώστου, ἀοράτου Θεοῦ, βαίνουμε πρὸς γνῶσιν τοῦ ἀγνώστου ἑαυτοῦ μας.
῾Υπάρχει μιὰ ἀπόγνωσι (ποὺ ὁδηγεῖ στὴ γνῶσι) γιὰ τὴ δική μου προκοπὴ («χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν»)· καὶ μιὰ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη σ᾿ Αὐτὸν ποὺ μὲ ἀγαπᾶ ἀναιτίως καὶ ἀδίκως (χωρὶς νὰ τὸ ἀξίζω). ῎Ετσι, ἐγκαταλείπεις τὸν ἑαυτό σου σ’ Αὐτόν. Καὶ ζητώντας νὰ γίνη τὸ θέλημά Του στὴ ζωή σου, ἡσυχάζεις. Γιατὶ μέσα στὴν πρᾶξι τῆς ἐναποθέσεως τῶν πάντων σ’ Αὐτὸν βρίσκεται ἡ ἀπάντησι δοσμένη. Μὲ τὸ «σοὶ παρακατατιθέμεθα τὴν ζωὴν ἡμῶν ἅπασαν καὶ τὴν ἐλπίδα». Τὸ μέλλον καὶ ἡ ἐλπὶς ἔφθασαν ὡς παρὼν παράδεισος. Καὶ ζοῦμε τὸν Κύριο ὡς τὸ Α καὶ τὸ Ω. Καταργεῖται ἡ ἀπόστασι τοῦ χρόνου, ὁ χωρισμὸς τοῦ γνωστοῦ καὶ ἀγνώστου, τοῦ λόγου καὶ τῆς σιωπῆς, τῆς εὐλογίας καὶ τῆς δοκιμασίας, τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. ῞Ολα καταγλαΐζονται ἀπὸ ἄφατη παρουσία φωτὸς ἀκτίστου. Τότε νοιώθεις ὅτι ἡ αἰωνιότης χωρᾶ σὲ μιὰ στιγμή, καὶ ὁ παράδεισος τῆς ἐλευθερίας σὲ ἕναν ἅγιο μαργαρίτη (σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ). Φτάνεις μὲ τὴν ταπείνωσι στὸ μὴ ὄν: ὁ ταπεινὸς εἶναι «ὡς ἄνθρωπος μὴ ἐλθὼν εἰς τὸ εἶναι». Καὶ διεστάλης κατά χάριν, γενόμενος χώρα τοῦ ἀχωρήτου μυστηρίου.
῎Αρα, τὸ ὄργανο διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνουμε τὴν ὄντως γνῶσι δὲν εἶναι ἕνα τμῆμα τοῦ ἑαυτοῦ μας (αἴσθησι, λογική, νόησι…), ἀλλὰ ὁ ὅλος ἄνθρωπος, ὅταν ἀξιωθῆ νὰ γίνη ὅλος μία αἴσθησι καὶ νὰ βλέπη καὶ νὰ ἀκούη τὸν ἕνα Λόγο, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ πάντα ἐγένετο. Καὶ γνωρίζει ἑνιαίως τὰ πάντα διὰ κοινωνίας ζωῆς.
Καὶ γιὰ νὰ φθάση ὁ ἄνθρωπος σ’ αὐτὴ τὴν κοινωνία ζωῆς, καλεῖται, κατὰ τὸν ἅγιο Μάξιμο, νὰ ξεπεράση τὴν ἄγνοια καὶ τὴν κακία. Στὴ συνέχεια, ἂν εἶναι ἐπιτρεπτὸ νὰ ποῦμε, νὰ ξεπεράση τῶν ἐγνωσμένων ἀγαθῶν (καλῶν) τοὺς ὅρους. Νὰ προχωρήση πέρα ἀπὸ τὴ γνῶσι καὶ τὴν ἀρετή. Καὶ τότε ἡ ψυχή, ἀπὸ ὅλα τὰ αἰσθητὰ καὶ νοητὰ ἐλευθερωθεῖσα, παραδίδεται καὶ ἀναπαύεται εἰς τὴν ἄρρητον καὶ μακαρίαν κοίτην τοῦ Θεοῦ Λόγου. Καὶ τότε, ἕνα γενομένη ἡ ψυχὴ μὲ τὸν Θεὸν Λόγον (ὅλη ἐν ὅλῳ τῷ Λόγῳ ὑπάρχουσα, καὶ ὅλος ὁ Λόγος ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ), θὰ γνωρίση τοὺς λόγους καὶ τὶς αἰτίες τῶν ὄντων. ᾿Ενῶ πρὶν νυμφευθῆ τὸν Θεὸν Λόγον, ἦταν ὑποχείριος στὶς διαιρετικὲς μεθόδους.
***

᾿Εφ’ ὅσον ἄρχισε ἡ μία κατάρρευσι, ἡ διάψευσι μιᾶς ἐπιστημονικῆς θεωρίας (κλασικὴ φυσική), θὰ ἀκολουθήση καὶ ἄλλη, καὶ ἄλλη. Καὶ μετὰ τὴν κατάρρευσι ὅλων τῶν σχετικῶν θεωριῶν θὰ φθάσουμε στὰ ὅρια τῆς ᾽Αλήθειας, ποὺ δὲν ἀπειλεῖται μὲ κατάρρευσι, γιατὶ εἶναι μιὰ ἑκούσια κατάρρευσι, θυσία, προσφορά. Εἶναι ἀγάπη καὶ μόνο. ῾Η ζωὴ ἀνίσταται ἐκ τοῦ τάφου. ῾Η ᾽Αγάπη, ὡς προσφορὰ ἀνενδεής, εἶναι ἡ δύναμι ποὺ ὑποστασιοποιεῖ τὰ μὴ ὄντα. ῾Ο Θεός εἶναι ἀγάπη. Καὶ τὸ big bang εἶναι φανέρωσι αὐτῆς τῆς ἀγάπης.
῍Αν ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι μία ἰδέα ἢ μία ἄποψι, ἀλλὰ ἕνα πρόσωπο ποὺ εἶναι μόνο ἀγάπη· καὶ ἂν οἱ ἐπιστήμονες δὲν θεωροῦν τὸν ἑαυτό τους κομπιοῦτερ σκεπτόμενο, ἀλλὰ εἶναι ὄντως ἀπαιτητικοὶ καὶ τολμηροὶ ἐρευνῶντες ἄνθρωποι, ποὺ τὰ θυσιάζουν ὅλα, καὶ τὸν ἑαυτό τους, γιὰ τὴν ᾽Αλήθεια, τότε βρίσκονται σὲ σωστὸ δρόμο. Θὰ βρίσκωνται σὲ διαρκὴ ἐξέλιξι καὶ ἔκπληξι. Τότε θὰ ἱερουργοῦν σωστὰ τὸ διακόνημά τους μέσα στὸ παγκόσμιο συλλείτουργο.

Ὅταν οἱ ἐπιστήμονες τῆς συγχρόνου φυσικῆς βλέπουν ὡς θρησκεία τὸ παρουσιαζόμενο ἀπὸ τὸν δυτικὸ σχολαστικισμό, δὲν βλέπουν τὴν ἀλήθεια τῆς θρησκείας, ἀλλὰ τὴν ἔκπτωσί της. ῎Ετσι, δὲν βοηθοῦνται στὴν πορεία τους γιὰ γνῶσι, ἀλλὰ ἐμποδίζονται, γιατὶ δὲν ταπεινώνονται, «δὲν ἔρχονται εἰς αἴσθησιν τῆς οἰκείας ἀσθενείας». Νομίζουν ὅτι πετυχαίνουν κάτι παραπάνω ἀπ’ ὅ,τι πράγματι συμβαίνει. ῎Ετσι, βλάπτεται ἡ ἐξέλιξι στὴν ἐπιστήμη, ἡ ὁποία τελικὰ καταξιώνεται μὲ τὸ ξεπέρασμα τῆς ἐπιστήμης.
῾Η μεγάλη βοήθεια καὶ προωθητικὴ δύναμι γιὰ τοὺς συγχρόνους φυσικοὺς θὰ εἶναι ἡ συνειδητὴ γνῶσι καὶ τὸ πλησίασμά τους μὲ τὴν ἀπαιτητικὴ τόλμη καὶ τὸ ξεπέρασμα τῶν πάντων, ποὺ ἱερουργεῖται μέσα στὴν Πατερικὴ θεολογία καί ζωή. ῞Οπου ὁ ἀληθὴς ἐραστὴς τοῦ Θεοῦ ζητᾶ νὰ τὸν δῆ, ὄχι ὅπως ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ, ἀλλὰ ὅπως ὁ Θεός εἶναι. ῎Αρα, ἡ ἀληθὴς ἔξοδος ἀπὸ τὸν κλειστὸ χῶρο τοῦ κτιστοῦ καὶ ἡ εἴσοδος στὸν χῶρο τῆς ὄντως γνώσεως καὶ ἐλευθερίας θὰ πραγματοποιηθῆ ἂν γνωρίσουν τὴν ἀνυπόφορη -καὶ γι᾿ αὐτό, σωτήρια- ἀπαίτησι καὶ ἐπίτευξι τοῦ ἀνεπίτευκτου ἀνθρωπίνως, ποὺ συντελεῖται μέσα στὴν Ὀρθόδοξη πατερικὴ ἀγωγή, ὅπου ὁ ἄνθρωπος δὲν φθάνει στὸ νὰ γνωρίση ἁπλῶς ποιὰ εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ ποιὸ τὸ τέλος τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ὁ ἴδιος γίνεται, ὡς ἅγιος, «κατὰ χάριν ἄναρχος καὶ ἀτελεύτητος». Φτάνει εἰς τὴν ἄγνωστον γνῶσιν καὶ τὴ θέωσι, ἐν ἑαυτῷ περιέχων τὸ ὅλον μυστήριον. Γιατὶ ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ ποὺ φέρει στὰ σπλάγχνα του ὡς «βάσανο» καὶ δυνατότητα, δὲν εἶναι τμῆμα ἑνὸς μηχανικοῦ σύμπαντος. ᾽Αλλὰ τὸ σύμπαν, ἂν μποροῦμε νὰ ποῦμε, εἶναι τμῆμα τοῦ καθενὸς ἀνθρώπου.
Καὶ ἡ τόλμη τῆς ἀναζητήσεως τῶν ἐπιστημόνων, εἶναι φανέρωσι τοῦ θεοπλάστου εἶναι τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ζητᾶ τὰ ἀνεπίτευκτα, ποὺ εἶναι τὰ ρεαλιστικὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο.
Οἱ ἀληθινὰ τολμηροὶ ἐπιστήμονες θὰ ἀναπαυθοῦν, μόνον ὅταν γίνουν Ὀρθόδοξοι θεολόγοι.