Συναρπαστική Θεολογία: Η Ελευθερία στην Ορθόδοξη Πνευματική Ζωή

ΟΜΙΛΙΑ π. Νικόλαου Λουδοβίκου 15-03-2008 στη Διακίδειο σχολή Πατρών

Blessed Rosary

Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, κύριε αντινομάρχα, κύριε βουλευτά, κύριε κοσμήτορα, αγαπητοί αδελφοί και αδελφές, ευχαριστώ για την ωραία σας πρόσκληση, για την όμορφη αυτή σύναξη, ευχαριστώ την κυρία Κωτσάκη η οποία εκ των προτέρων απήντησε αυτά τα οποία δεν ξέρω αν θα καταφέρω να πω και ευχαριστώ για το ότι η σύναξη αυτή είναι αφιερωμένη επίσης σε ένα τόσο μεγάλο και σημαντικό θέμα, σαν κι αυτό της ελευθερίας.

Υποθέτω, υπέθεσα ότι αυτή θα ήταν μια σύναξη κυρίως θεολόγων.Βεβαίως η θεολογία δεν είναι μια πολυτέλεια, δεν είναι η θεολογία δηλαδή κάτι το οποίο αφορά μόνον τους θεολόγους. Η θεολογία είναι μια ουσιώδης διάσταση του ανθρώπινου είναι, είναι ουσιωδώς θεολογικό το ανθρώπινο ον. Και υπό αυτήν την έννοια δεν υπάρχει ένας τρόπος για να μην θεωρήσουμε την θεολογία βαθιά ανθρωπολογική.

Αφορά όπως σας είπα κι αυτό αφορούσε πάντοτε ήδη και την αρχαία εποχή, αφορά θα λέγαμε τον ίδιο τον άνθρωπο στην ουσία του, είναι θεολογικό ον ο άνθρωπος. Είναι θεολογικό ον και με αυτήν ακριβώς την πρόταση μπορούμε να ξεκινήσουμε την σημερινή μας συζήτηση.

Η κυρία Κωτσάκη νομίζω ότι έχει σκοπό να προσθέσει ότι στο τέλος εάν υπάρχουν κάποιες ερωτήσεις θα μπορούσαμε σε μια πρώτη φάση να τις συζητήσουμε. Υποθέτοντας ότι το ακροατήριο είναι υπό αυτήν την έννοια ούτως η άλλως θεολογικό, αποφάσισα να μην σας πω τίποτα από αυτά τα οποία θεωρώ αυτονόητα. Βεβαίως πιστεύω ότι η εποχή των αυτονόητων παρήλθε ανεπιστρεπτί. Δεν υπάρχει τίποτα στην πραγματικότητα το οποίο να μην χρειάζεται να το αναδείξουμε στην όποια αξία σήμερα.

Είμαστε ευλογημένοι διότι έχουμε μια τέτοια παράδοση στα χέρια μας. Είναι όμως ένα άλλο θέμα το αν την παράδοση αυτή μπορούμε να την επεξεργαστούμε, να την καταλάβουμε, να την δουλέψουμε σε σχέση και κοινωνία με τα σημερινά πραγματικά προβλήματα. Η θεολογία είναι συγκλονιστικά θα λέγαμε άτυχη όταν χρησιμοποιείται από ανθρώπους οι οποίοι δεν την πονάνε βαθιά, δεν σπαράσσονται από το αίνιγμα του είναι στον κόσμο, δεν σπαράσσονται από το αίνιγμα του θανάτου, δεν σπαράσσονται από το αδιέξοδο των σχέσεων, δεν σπαράσσονται από το αδιέξοδο της ελευθερίας του ανθρώπου. Η θεολογία δεν χρησιμεύει όταν είμαστε αναπαυμένοι στο δεδομένο της υπάρξεώς μας, όταν είμαστε αναπαυμένοι στο δεδομένο της πίστης μας αν το θέλετε έτσι.

Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τότε την παράδοσή μας, δεν μπορούμε να καταλάβουμε τον αγώνα ενάντια ή υπέρ των μεγάλων πνευματικών γεγονότων στην ιστορία. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε, ας πούμε, τον αγώνα κατά του μονοθελητισμού – θα μιλήσουμε σήμερα για το θέλημα σήμερα, τι νόημα είχε, γιατί χρειάζεται να έχω θέλημα, γιατί χρειάζεται να ενεργώ, να υπάρχω, δημιουργικά μέσα στην ιστορία και πολλά άλλα.

Λέω λοιπόν ότι υπό αυτήν την έννοια οι πιστοί και νομίζω ότι πάντοτε οι αυθεντικά πιστοί είναι κάπως έτσι, είναι άνθρωποι θεολογούντες. Μπορεί να θεολογούν απλά, μερικές φορές πολύ απλά. Μπορεί να θεολογούν περίπλοκα, ανάλογα με το χάρισμα ο καθένας που έχει. Μπορεί να απαντούν σε πολύ δύσκολα προβλήματα, πάντως είναι πάντοτε πολύ ενδιαφέροντες άνθρωποι, πάρα πολύ ενδιαφέροντες και διόλου ανιαροί. Η θεολογία δεν είναι καθόλου ανιαρή.

Προσωπικά έκανα μια ολόκληρη διαδρομή για να φτάσω στην θεολογία, δεν περίμενα να φτάσω στην θεολογία ποτέ, το ομολογώ και η άφιξή μου έχει τον χαρακτήρα μιας διαρκούς εκπλήξεως. Υπό αυτήν την έννοια λοιπόν λέω ότι όσοι από εμάς τους θεολόγους γινόμαστε τελικά ανιαροί, είναι γιατί δεν έχουμε καταφέρει να καταλάβουμε πόσο συναρπαστική είναι τελικά η θεολογία. Και ανάμεσα στα πολλά συναρπαστικά τα οποία η θεολογία μπορεί να μας πει, όταν παραμένει θεολογία και δεν μετατρέπεται σε μια άκαιρη ή εύκαιρη ηθικολογία, εύκολη πάντως. Continue reading

Χαρακτηριστικές ἀπόψεις, ρήσεις κί ἀποσπάσματα κειμένων π. Βασιλείου Γοντικάκη

Γνωριμία μέ τόν Ἀρχιμανδρίτη π. Βασίλειο Γοντικάκη, Πρώην Ἡγούμενο Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων Ἁγίου Ὄρους

Γιά τήν ἐλευθερία

[…] ῾Ο ἄνθρωπος, ἡ κορωνίδα τῆς δημιουργίας, ἔχει μέσα του τὸ ἐπικίνδυνο δῶρο τῆς ἐλευθερίας. Γι᾿ αὐτό, καὶ ὁ ἴδιος εἶναι ἐπικίνδυνος καὶ κουραστικὸς γιὰ ὅλα τὰ συστήματα καὶ τὶς θεωρίες.
Σωτηρία του δὲν εἶναι ἡ ἔξωθεν παροχὴ ἀγαθῶν. Δὲν μπαίνει ὁ ἄνθρωπος σὲ κατασκευασμένο ἀπὸ τρίτους παράδεισο. ῾Ο παράδεισος, ὡς ἔκπληξι ζωῆς, ἀνατέλλει ἀπὸ τὸν κάθε ἕνα ἄνθρωπο: «῾Η βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστί». […]

[…] Αὐτὴ εἶναι ἡ σωτήρια καὶ ἐπικίνδυνη διὰ τῆς ἐλευθερίας ἀγωγὴ ποὺ δίδεται στὴν ᾿Ορθοδοξία. Καταργεῖ, ὅσο καὶ ἂν στοιχίζη γιὰ τὸν ἄνθρωπο, τὸ ψέμμα. Διαγράφει τὴν κατὰ φαντασίαν ἁγιότητα. Μιλᾶ σὲ ὅλους μὲ ἀγάπη. Τοὺς τιμᾶ μὲ τὸ νὰ τοὺς ὠθῆ σὲ δρόμους δύσκολους, προσωπικοῦ ἀγώνα. Τοὺς ἀγκαλιάζει παρέχοντάς τους ἐλευθερία. Τοὺς κρατᾶ μαζί του, ἐνῶ φαίνεται ὅτι τοὺς πετᾶ σὲ θάλασσα ἐπικίνδυνης περιπέτειας καὶ μοναξιᾶς. Καὶ ὅλα αὐτά, γιατὶ θέλει νὰ σωθῆ ὁ ἄνθρωπος, ὄχι νὰ κουτσουρευθῆ. Νὰ ἀνατείλη ἀπὸ μέσα του συνειδητὰ τὸ κεκρυμμένο μεγαλεῖο του, ποὺ ἀνακεφαλαιώνει τὸ ὅλον.
Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ τετελειωμένο λειτουργικὰ μυστήριο τῆς σωτηρίας, ὅπου «κατεπόθη ὁ θάνατος εἰς νῖκος», ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν λόγο ὑπάρξεως τοῦ κόσμου. […]

[…] ῍Αν σκοπὸ τῆς ζωῆς μας βάλωμε τὴν οἰκονομικὴ σύγκλισι καὶ τὴν αὔξησι τοῦ κατὰ κεφαλὴν εἰσοδήματος· ἂν ἰδανικό μας εἶναι ὁ Homo Oeconomicus, τότε ἡ ἐλευθερία μᾶς εἶναι περιττή. Καὶ αὐτοὶ ποὺ μᾶς καθοδηγοῦν φροντίζουν νὰ μᾶς ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὸ περιττὸ φορτίο τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας.
᾿Αντιθέτως, ἂν εἴμαστε ἀπαιτητικοί· ἂν ζητοῦμε τὸ γνήσιο, ἔστω καὶ ἐλάχιστο, ποὺ σπᾶ τὶς ἁλυσίδες κάθε σκλαβιᾶς καὶ ρίχνει τὰ φράγματα κάθε ἀποκλεισμοῦ· ἂν θέλωμε νὰ φτάσωμε στὴν «θύραν ἣν οὐδεὶς δύναται κλεῖσαι» (Ἀποκ. 3, 8) καὶ νὰ προχωρήσωμε στὴν ἀτελεύτητη ἐπέκτασι πρὸς τὸ μυστήριο τῆς κοινωνίας τῶν ἀγαπωμένων προσώπων, καὶ ὄχι στὴν κόλασι τῶν ἀντιμαχομένων ἀτόμων· τότε λύσι εἶναι ἡ «καινὴ κτίσις» καὶ ἡ λογικὴ τῆς θείας Λειτουργίας, ἡ λογικὴ καὶ ἡ ζωὴ τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας.
Εἶναι ἀπόλυτα εἰλικρινὴς ὁ Σάρτρ, καὶ ἀντιπροσωπεύει ἕναν πολιτισμὸ καὶ μιὰ στάσι ζωῆς, ὅταν λέει ὅτι ἡ κόλασί του εἶναι οἱ ἄλλοι. Καὶ εἶναι ἀντίστοιχα ἀπόλυτα εἰλικρινὴς καὶ ἀντιπροσωπεύει ἕναν ἄλλο πολιτισμὸ ὁ ᾿Αββᾶς τοῦ Γεροντικοῦ ποὺ λέει: «Εἶδες τὸν ἀδελφόν σου, εἶδες Κύριον τὸν Θεόν σου» (Ἀββᾶ Ἀπολλώ, γ΄, σσ. 20-21). […]

β. Γιά τήν Ἑλλάδα

[…] Πάντοτε ὁ δυναμισμὸς τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ ᾿Ορθοδόξου βρίσκεται στὸ ἐλάχιστο καὶ ἀδύνατο, ποὺ κρύβει μέσα του κάτι τὸ μέγιστο πνευματικά. Καὶ Αὐτὸ ἀπὸ μόνο του φανερώνει κάποια θεϊκὴ εὐγένεια καὶ λεπτότητα ἀνθρωπιᾶς, ποὺ σώζει τὸν ἀδύνατο, χωρὶς νὰ τὸν πληγώνη, καὶ εἶναι ξένο πρὸς τὴ βαρβαρότητα τοῦ ἄγαν, ποὺ συνθλίβει τὸν ἄνθρωπο, χωρὶς νὰ τὸν ὑπολογίζη. […]

[…] ῍Αν οἰκονομικὰ εἴμαστε ὑποδεέστεροι, συγκρινόμενοι μὲ ἄλλους λαούς, καὶ ἂν δὲν διαθέτωμε τὰ κεφάλαια τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τραπέζης, ὅμως ἔχομε κάποια ἄλλα, μοναδικά, ἀδαπάνητα λειτουργικὰ κεφάλαια κάποιας ἄλλης ῾Αγίας Τραπέζης, ποὺ εἶναι ἱκανὴ νὰ θρέψη τὴν οἰκουμένη μὲ τὴ χαρὰ τῆς ᾿Αναστάσεως, ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο […]

[…] Μὲ κάλεσαν νὰ κάνω μία ὁμιλία γιὰ τὸ ἀνοιχτὸ πανεπιστήμιο, στὴ Φλώρινα. Διάλεξα τὸ θέμα «ἡ ἐπαρχία ὡς πολιτιστικὴ πρωτεύουσα». Εἶναι καιρὸς νὰ φανεῖ αὐτό, ἡ πολιτιστικὴ πρωτεύουσα δὲν εἶναι ἡ Ἀθήνα.
Στὴν ἐπαρχία διασῴζεται ὁ ἄνθρωπος… Μόνο ποὺ βλέπει τὴ φύση, τὴ βροχή, ἀκούει τοὺς ἤχους, δὲν εἶναι τόση ἡ μοναξιά… Κάποιος ἐπισκέπτης μου ἔλεγε πὼς ἡ πιὸ ἀβάσταχτη μοναξιὰ εἶναι ἡ μοναξιὰ τῆς μεγαλούπολης. […]

γ. Γιά τό ῞Αγιο ῎Ορος

[…] Κάποιος μὲ εἶχε ρωτήσει μιὰ φορά: «Πῶς περνᾶτε στὸ ῞Αγιο ῎Ορος;» Κι ἐγὼ τοῦ᾿ πα: «Κοίταξε, περνᾶμε καλά, δηλαδὴ τὸ γλεντᾶμε». […]

[…] Θαρρῶ πὼς ὑπάρχουν καὶ πολλὰ συστήματα παιδαγωγικῆς ποὺ θἄθελαν νὰ κάνουν τὴ διδασκαλία παιχνίδι, καὶ τὴ ζωὴ παιχνίδι, γιατί, ξέρετε, στὸ τέλος δὲν ἀποκλείεται αὐτὸ ποὺ θὰ θυμώμαστε ἀπὸ τὴ ζωή μας νἆναι τὸ παιχνίδι. Κι αὐτὸ ποὺ ἔχει κατορθώσει τὸ ῞Αγιο ῎Ορος κι ἡ ᾿Ορθοδοξία, εἶναι νὰ κάνη τὴ ζωὴ παιχνίδι, καὶ νὰ κάνη τὴ ζωὴ ἄνετη. […]

[…] Μὰ θὰ πῆ κανείς: «Τόσο μαγικὰ εἶναι τὰ πράγματα ἐκεῖ;» Νομίζω, δὲν εἶναι μαγικά, εἶναι ἁπλῶς ἁπλὰ καὶ φυσικά. Κι ἄν τυχὸν ἐμεῖς ἔχουμε κάτι τὸ ὁποῖο μᾶς βασανίζει σήμερα κι ἂν βασανιζώμαστε, εἶναι ὅτι ἔχουμε χάσει τὴν ἁπλότητα καὶ τὴ φυσικότητα. […]

δ. Γιά τήν ἐπιστήμη

[…] ῞Οταν ἄρχισαν οἱ ἐπιστήμονες νὰ προβληματίζωνται, νὰ θέτουν νέα ἐρωτήματα· νὰ προσπαθοῦν νὰ δοῦν τὰ πράγματα ἔξω ἀπὸ τὸ κλειστὸ σύστημα ποὺ ἐθεωρεῖτο ὡς ἀσυζήτητο «δόγμα»· νὰ μιλοῦν γιὰ σχετικότητα, ἀπροσδιοριστία καὶ ἀβεβαιότητα, δημιούργησαν τὴν πρώτη ρωγμή, ἀπ᾿ ὅπου ἄρχισε νὰ μπαίνη φῶς ἐλπίδος γιὰ τὴ βεβαιότητα. Μίλησαν γιὰ κάποια σχέσι καὶ ἀλληλεπίδρασι τοῦ ἐρευνῶντος καὶ τοῦ ἐρευνωμένου. Γιὰ κάποια σχέσι ποὺ ἔχουν τὰ μέχρι τότε θεωρούμενα ἄσχετα τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο στοιχεῖα τοῦ σύμπαντος. ῎Ετσι, ἔμπαιναν στὴν ἀναζήτησι ἑνιαίας γνώσεως. Καὶ πλησίασαν τὴ φυσικὴ μὲ τὴ μεταφυσική, τὴν κοσμολογία μὲ τὴ θεολογία. ᾽Ετέθη τὸ ἐρώτημα: «Ποιὸ εἶναι τὸ ὄργανο γνώσεως γιὰ τὸν ἄνθρωπο;»

῾Η Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ἐμπειρία ἀπὸ τὴν πλευρά της οὔτε σχετίζεται μὲ τὴ λογικὴ καὶ τὴ διαγωγὴ τοῦ δυτικοῦ μεσαίωνα, οὔτε ἐκπλήσσεται ἢ ξενίζεται μὲ τὴν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης. ῎Εχει ἄλλο πλοῦτο, τόλμη καὶ προορισμό. Προχωρεῖ ἀπὸ τὸ κτιστὸ στὸ ἄκτιστο. ῾Η κατάρρευσι τῶν εἰδωλικῶν ἰνδαλμάτων πραγματοποιεῖται ἀκατάπαυστα μέσα στὴν Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ζωή. Καὶ εἶναι τόση ἡ ἰλιγγιώδης κίνησι, ποὺ φαίνεται στάσι. Εἶναι τόσο ἀπερινόητη ἡ πλησμονὴ τῆς ἀκτίστου φωτοχυσίας στὴ Μεταμόρφωσι τοῦ Κυρίου, ὥστε δὲν λέγεται φῶς, ἀλλὰ σκότος καὶ γνόφος. […]

Πλήρες κείμενο: Ἡ σχέσι μεταξὺ ᾿Επιστήμης καὶ Ὀρθόδοξης θεολογίας

ε. Γιά τόν ἄνθρωπο καί τόν σύγχρονο πολιτισμό

[…] Πρὸ καιροῦ ἤμουν στὴν Ἀμερική, καὶ μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι πόσο τὰ πράγματα εἶναι πλούσια, πόσο οἱ δρόμοι τεράστιοι, πόσο τὰ σπίτια σὰν ζωγραφιά, μὲ τὸ σπίτι, τὸ γρασίδι, τὰ δέντρα, τὰ αὐτοκίνητα… Ἀλλ᾿ ὅταν εἶδα μερικοὺς ἀνθρώπους, ἔνοιωσα πῶς μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴν τάξι καὶ τὴν καθαριότητα, ἐκεῖ ποὺ δὲν λείπει τίποτε, λείπουν ὅλα. Καὶ ὅλα μία στιγμὴ εἶναι ἄοσμα, ἄγευστα καὶ ἄχρωμα, ἀφοῦ μου εἶπαν κάποιοι ὅτι, ἐνῷ τὰ εἶχαν ὅλα, δὲν εἶχαν διάθεσι γιὰ ζωὴ καὶ ἤθελαν νὰ «τελειώσουν»…

Βλέπει κανεὶς ὅτι αὐτὴ ἡ λογική, ποὺ ἔχομε πολλὲς φορὲς καὶ λέμε «νὰ ἀνεβάσωμε τὸ βιοτικὸ ἐπίπεδο, νὰ μποῦμε στὴν Εὐρώπη γιὰ νὰ ἔχωμε ἕνα νόμισμα, νὰ εἴμαστε πλούσιοι, κτλ», δὲν βγάζει πουθενά. Γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι τὸ παράξενο, ποὺ δὲν χορταίνει μὲ τὰ πλούτη. Κι ἂν τοῦ λύσης ὅλα τὰ προβλήματα, ἢ νομίζεις ὅτι τοῦ τὰ λύσης, τότε εἶναι ποὺ μπῆκες στὸ ἄλυτο πρόβλημα. Λ.χ. οἱ Σουηδοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἴσως τὸ ἀνώτερο βιοτικὸ ἐπίπεδο στὴν Εὐρώπη, εἶναι αὐτοὶ ποὺ αὐτοκτονοῦν περισσότερο. Γιατί, ἐνῷ νομίζουν ὅτι τὰ ἔχουν ὅλα, δὲν ἔχουν τίποτε.

Ὁ ἄνθρωπος, ξέρετε, ζητὰ τὴν ἐπιτυχία, ζητᾷ τὴν πρόοδο. Θέλει λ.χ. ἕνα παιδὶ νὰ τελειώση τὸ δημοτικό, τὸ γυμνάσιο, τὸ λύκειο, νὰ πάῃ στὸ πανεπιστήμιο καὶ νὰ προχωρήση. Ἐν συνεχείᾳ ἂν τυχὸν ἀξιωθῆ νὰ πάρη καὶ τὸ βραβεῖο Νόμπελ, συνεχίζει νὰ πεινᾷ καὶ νὰ διψᾷ γιὰ πρόοδο. Ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος: «Ἐπιποθῶ τοῦ πλείονος καὶ πάντοτε στενάζω». «Ἐπιποθῶ», θέλω, ποθῶ συνεχῶς καὶ περισσότερο, καὶ διαρκῶς στενάζω. Ὁ ἄνθρωπος -εἴτε πιστεύει, εἴτε δὲν πιστεύει, αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα- ἔχει μέσα τοῦ τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ λέγει ὁ ἅγιος Συμεών, ὅτι «ὑπάρχει μία μικρὴ χαρά, ποὺ περιγελᾷ τὸν θάνατο». Κι ἂν τυχὸν ὅλα τὰ κερδίσωμε καὶ δὲν κερδίσωμε ἐκείνη τὴ χαρά, ποὺ περιγελᾷ τὸν θάνατο, τότε εἴμαστε ἐξ ἴσου ἀποτυχημένοι, εἴτε εἴμαστε πλούσιοι, εἴτε φτωχοί, εἴτε γραμματισμένοι, εἴτε ἀγράμματοι. […]

Πλήρες κείμενο : Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός καί ἡ λογική τῆς παραδόσεώς μας

Βιβλιογραφία

Ἀφιέρωμα στόν Ἀρχιμανδρίτη Βασίλειο Ἰβηρίτη