Νέοι και Εκκλησία: Υπάρχει σημείο επαφής;

xorwdia

Νέοι και Εκκλησία:
Πῶς πρέπει νά τόν προσεγγίση ἡ Ἐκκλησία; Θά τήν ἀκούση;

Εἴκοσι χρόνια χειμωνιάτικα./Τά μαλλιά του στόν ἂνεμο/καί ἡ ματιά του ἀπό χῶμα/καί μή βλέποντας καλά/γιά κηπουρό μέ πῆρε/καί μέ παράπονο ρωτοῦσε:/»Ὅτι ἦραν τόν Κύριόν μου/καί οὐκ οἶδα ποῦ ἔθηκαν Αὐτόν» (Ἰω. 20: 13-15).
(Φωνήεντες στεναγμοί, ἐκδ. Ἁρμός, σ. 29)
*

«Ὅταν ἤμουν νεώτερος, διηγεῖτο στούς ἀδελφούς ὁ Ἀββᾶς Μακάριος, ἔπεσα κάποτε σέ ἀκηδία. Βγῆκα λοιπόν ἀπό τήν καλύβα μου καί περιπλανώμουν ἄσκοπα στήν ἔρημο, γιά νά διασκεδάσω τή θλίψη μου. Ἐπιθυμοῦσα νά βρῶ κάποιον ἄνθρωπο νά μοῦ εἰπῆ δυό λόγια ὠφέλιμα. Ξαφνικά εἶδα μπροστά μου ἕνα μικρό τσοπανόπουλο, πού ἔβοσκε πιό κάτω τίς ἀγελάδες του. Μοῦ ἦλθε τότε στό λογισμό νά τό ρωτήσω:
-Τί νά κάνω, παιδί μου, πού πεινῶ;
-Καί δέν τρῶς; μοῦ ἀποκρίθηκε, σηκώνοντας μέ ἀδιαφορία τούς ὤμους του.
-Ἔφαγα, γυιέ μου, μά ξαναπείνασα.
-Φάγε πάλι, μοῦ εἶπε.
-Ἔφαγα καί ξανάφαγα ὁ δόλιος, μά πάλι πεινῶ.
-Μά βόϊδι εἶσαι, Ἀββᾶ, πού θές διαρκῶς νά μασουλίζης, μοῦ εἶπε, ξεσπώντας σ’ ἕνα περιπαιχτικό γέλιο.
-Καλά σοῦ λέει τό παιδί, εἶπα στόν λογισμό μου, καί γύρισα διδαγμένος στό κελλί μου».

Τό περιστατικό αὐτό ἔρχεται νά διευρύνη τό θέμα τῆς εἰσηγήσεώς μου στίς διαστάσεις πού δικαιοῦται. Οἱ νέοι πού διοργανώνουν τό συνέδριο εἶχαν τήν ταπείνωση πού χρειάζεται γιά νά κάνουν λάθος στόν τίτλο, δηλαδή γιά νά διερωτηθοῦν μόνο ἄν ὁ νέος θ’ ἀκούση τήν Ἐκκλησία. Ἐγώ, ὡς στέλεχος τῆς Ἐκκλησίας, ὑποχρεοῦμαι νά προσθέσω: Θ’ ἀκούση καί ἡ Ἐκκλησία τούς νέους;
Ἡ βοήθεια πού μποροῦν νά προσφέρουν οἱ νέοι ἐν προκειμένῳ στά στελέχη τῆς Ἐκκλησίας δέν περιορίζεται μόνο στήν διερώτηση γιά τόν βαθμό βοδινότητος τοῦ καθενός μας λόγῳ τῆς ἀπληστίας μας. Ὑπάρχει πληθώρα ἄλλων παθῶν γιά τή διάγνωση τῶν ὁποίων ἔχουμε ἀνάγκη τήν φρέσκια νεανική ματιά. Κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο, δέν δικαιούμαστε τήν ἐπωνυμία τοῦ Χριστιανοῦ στό βαθμό πού κλωτσᾶμε σάν γάϊδαροι, εἴμαστε λαίμαργοι σάν ἀρκοῦδες, μνησικακοῦμε σάν καμῆλες, ἁρπάζουμε σάν λύκοι, δαγκώνουμε σάν σκορπιοί, εἴμαστε ὕπουλοι σάν ἀλεποῦδες, διατηροῦμε δηλητήριο πονηριᾶς σάν ὀχιές κ.ο.κ.

Καθώς κανείς δέν μετατρέπεται σέ «ζῶο» ἀπό μία μεμονωμένη πτώση ἀλλά ἀπό τήν συστηματική καί μακροχρόνια δουλεία σέ κάποιο πάθος, εἶναι ἐνδιαφέρον νά παρατηρήσουμε πώς οἱ σημερινοί θύραθεν νέοι -σέ ἀντίθεση μέ τούς πιστούς- ἐμφανίζονται ἀπροσδόκητα ἐπιεικεῖς ἀπέναντι σέ μεμονωμένες ἁμαρτίες τῶν κληρικῶν, ἀλλά ἀνελέητα αὐστηροί ἀπέναντι στίς ἐν ψυχρῷ προμελετημένες καί μεθοδευμένες ὅπως ἡ φιλαργυρία, ἡ ἀρχομανία, ὁ ἀνταγωνισμός, τό μῖσος, ἡ διαπλοκή, ἡ μηχανορραφία, ἡ ἀποπλάνηση ἀνηλίκων ἤ ἐνηλίκων πιστῶν κτλ. Ἔτσι, ἄξιον καί δίκαιον εἶναι, πρίν τά ἐκκλησιαστικά στελέχη ἀποπειραθοῦμε νά μετατρέψουμε τούς νέους ἀπό ἀνθρώπους σέ ἁγίους, νά τούς ἀφήσουμε νά μετατρέψουν αὐτοί ἐμᾶς ἀπό «ζῶα» σέ ἀνθρώπους.

Τά παραπάνω ἐνδέχεται νά ξενίσουν, ἴσως καί νά ἐνοχλήσουν, ἄν ἐκληφθοῦν ὡς ἀφ’ ὑψηλοῦ ἠθικές ἀξιολογήσεις. Δόξα τῷ Θεῷ, διαθέτουμε ἐκλεκτά ἐκκλησιαστικά στελέχη, κληρικούς καί λαϊκούς, πού ἀγωνίζονται ἀποτελεσματικά κατά τῶν παθῶν τους καί προσεγγίζουν οὐσιαστικά τούς νέους. Εἶναι γεγονός ὅτι ἀπό πολλούς πιστούς ἀκούγεται ἡ στερεότυπη βεβαιότητα: «ἄν εἴχαμε περισσότερη ἀρετή οἱ νέοι θ’ ἀνταποκρίνονταν». Ἴσως, ἀνεξαρτήτως ἡλικίας, ν’ ἀποτελῆ  ἀξιόπιστο μετρητή τῆς νεανικότητος ἡ ἱκανότητα ν’ ἀνιχνεύη κανείς τήν ἀληθινή ἀρετή ἀπό τήν ἐμπορεύσιμη ἁγιοσχημία. Ἡ τελευταία κατ’ οὐσίαν συνιστᾶ ὑποκρισία, ἡ δέ ἐπικράτεια τῆς ὑποκρισίας εἶναι πολύ εὐρύτερη ἀπό ὅσο νομίζουμε. Ὁ ἀγγελισμός ἀπό τή μιά καί ὁ ἀκτιβισμός ἀπό τήν ἄλλη ἔχουν μετατραπῆ σέ ἐπίσημα ἐκκλησιαστικά ἀντανακλαστικά. Πόση ἀφέλεια κρύβει ἡ ἀνομολόγητη ἀλλά τόσο διαδεδομένη πεποίθησή μας πώς τά πεπραγμένα μας εἶναι τάχα σέ θέση νά σκεπάσουν τήν ἀπουσία ἤθους καί ἀρετῆς!

Παρ’ ὅλα αὐτά, ὅμως, δέν εἶναι αὐτό τό σκεπτικό μου. Χωρίς νά παραγνωρίζω, φυσικά, τή ἄρρητη δύναμη τῆς ἁγιότητος, τό ἐπίκεντρο τοῦ προβληματισμοῦ μου σήμερα βρίσκεται ἀλλοῦ.

Ὁ φίλος Θανάσης Παπαθανασίου εἶχε πρό ἐτῶν μέ ὀξυδέρκεια διατυπώσει τό ἐρώτημα: οἱ νέοι μᾶς ἐνδιαφέρουν γι’ αὐτό πού εἶναι ἤ μόνο ὡς ὑποψήφιοι ἐνήλικες; Τό ἐρώτημα δέν εἶναι ρητορικό ἀλλά διαθέτει ἄμεσο ἐνδιαφέρον διότι, ὅπως ἀποδεικνύει ἡ πράξη, ὅσο εἶναι κάποιος νέος ἔχει πολύ περισσότερες πιθανότητες νά μᾶς ἐπισημάνη πώς συμπεριφερόμαστε σάν βόδια κτλ., ἱκανότητα πού συνήθως χάνει καθώς μεγαλώνει (ἴσως διότι βοδινοποιεῖται καί ὁ ἴδιος). Ἄν λοιπόν εἴμαστε διατεθειμένοι νά καλωσορίσουμε τήν ἴδια τή νεανικότητά τους, χρειάζεται νά τήν ἀξιοποιήσουμε ὀξύνοντας ἀναλόγως καί τά δικά μας αἰσθητήρια. Ἄν μή τι ἄλλο, τουλάχιστον διότι ὁ λαός ἔχει συνδέσει τήν δυσκολία καί τήν βραδύτητα κατανοήσεως μέ τό συμπαθές γένος τῶν βοοειδῶν. (Νά καί ἄλλος λόγος πού νομιμοποιεῖ τήν ἀσυνήθιστη  παρομοίωση).

*

Οἱ νέοι καί ἡ Ἐκκλησία συνδέονται μέ μία σχέση ἀμφιθυμίας. Μεγάλη μερίδα νέων προκαλεῖ τήν Ἐκκλησία ἀμφισβητώντας την ἤ ζώντας μία ζωή ἀντίθετη ἀπό τίς προδιαγραφές της, ἐνῶ ἀπό τήν ἄλλη ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὑποχρεωμένη νά βασισθῆ στούς νέους γιά τήν συνέχειά της ἀλλά καί γιά τήν διαρκῆ βελτίωσή της. Ἔτσι προκύπτουν δύο ἐνδεχόμενα: α) ἡ Ἐκκλησία δέν βρίσκει ἀρκετά στελέχη καί μέλη ἀνάμεσα στούς νέους, β) αὐτά πού βρίσκει δέν εἶναι νέοι στήν ἡλικία ἤ στή νοοτροπία. Ἀνάλογα μέ τίς ἐποχές καί μέ τόν τόπο ὑπερισχύει πότε τό πρῶτο καί πότε τό δεύτερο, χωρίς νά ἀποκλείωνται καί οἱ ἐξαιρέσεις. Νά διευκρινίσω ἐδῶ ὅτι ὅταν μιλῶ γιά νέους στήν ἡλικία ἀλλά ὄχι στή νοοτροπία, ἐννοῶ κάποιους τῶν ὁποίων ἡ σχέση μέ τή νεότητα εἶναι  μόνο ληξιαρχική καί οἱ ὁποῖοι μιλοῦν σάν μικρομέγαλοι διατελώντας ἀποξενωμένοι ἀπό τά συναισθήματά τους.
Ἄς μήν ξεχνοῦμε ὅτι νέοι εἶναι ἐκεῖνοι πού παπαγαλίζουν στό κατηχητικό τους ἤ στούς συμφοιτητές τους στερεότυπα ἐπιχειρήματα μέ ξύλινο λόγο, πού δέν λένε ἀπολύτως τίποτε στήν ψυχή τους, ἁπλῶς ἐπειδή κάποιοι ἄλλοι τούς τά μετέδωσαν. Νέοι εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐμφανίζονται πρόθυμα σέ προβληματικούς πνευματικούς καί, οὔτε λίγο- οὔτε πολύ, μέ τήν παρερμηνεία τῆς ὑπακοῆς καί μέ τή νοσηρή προσωπολατρεία, τούς προσφέρουν τήν προσωπικότητά τους γιά νά τούς τήν καταστρέψουν. Νέοι εἶναι ἐκεῖνοι πού ὑποτάσσονται πρόθυμα σέ ἡγουμένους καί ἡγουμένες ἀκατάλληλους, καμμιά φορά καί διαταραγμένους, οἱ ὁποῖοι μέ τή σειρά τους τούς μετατρέπουν σέ δυστυχισμένους μοναχούς/μοναχές καί κληρικούς. Νέοι εἶναι ἐκεῖνοι πού παραμορφώνουν τήν εὐγένεια τῆς ἡλικίας τους ξεκινώντας ἕνα ταξίδι ζωῆς πού δέν τούς ἐκφράζει, μήπως καί καταφέρουν νά φορέσουν κάποτε στό κεφάλι τους τό αὐτοκρατορικό στέμμα (πού ὀνομάστηκε ἀρχιερατική μίτρα).

Αὐτή ἡ βασική ἀντίφαση πού μόλις ἀνέφερα, τό νά ἔχουμε ὡς  Ἐκκλησία ἀπόλυτη ἀνάγκη ἀκριβῶς ἐκείνων μέ τούς ὁποίους οἱ σχέσεις μας εἶναι πιό τεταμένες, σημαδεύει τή ἀλληλεπίδραση νέων καί Ἐκκλησίας κάνοντάς την μερικές φορές μία διαλεκτική «ἀγάπης» καί «μίσους».
Ἡ «ἀγάπη» ἐμφανίζεται ὡς ἐξιδανίκευση τῶν νέων και λαϊκισμός. Τότε ἐπικρατεῖ πλειοδοσία ἡμῶν τῶν κληρικῶν σέ αὐτοκριτική, συνήθως χωρίς ἐπαρκῆ συναίσθηση καί οὐσιαστικό ἀντίκρυσμα. Σύμφωνα μέ αὐτήν οἱ νέοι εἶναι τά ἀθῶα θύματα πού παθητικά ὑφίστανται τά ἀνομήματα κάποιων ἄλλων ἐκκλησιαστικῶν στελεχῶν. Ἀντίθετα, οἱ κρίνοντες εἶναι πάντα οἱ φωτισμένοι πού παραμένουν ἀμέτοχοι αὐτῶν τῶν ἀνομημάτων. Ὡς γνωστόν, ἡ μετάνοια εἶναι ἀναξιόπιστη ὅταν εἶναι ἀδάπανη, δηλαδή ὅταν δέν συνοδεύεται ἀπό καρπούς ἀξίους τῆς μετανοίας, ἰδιαίτερα ὀδυνηρούς ὅταν πρόκειται γιά ἀλλαγές στίς συλλογικές νοοτροπίες καί δομές.
Τό «μῖσος» παρουσιάζεται μέ τή μορφή τοῦ φθόνου καί τῆς ἐπιθετικότητος, κυρίως γιά ἐκεῖνα τά σημεῖα ὅπου δέν τολμᾶ ὁ πιστός νά ζήση ἄν καί θά τό ἤθελε (σεξουαλική ἐλευθερία, καταναλωτισμός, εὐμάρεια, πλήρης χειραφέτηση). Καί ὅταν δέν μπορῶ νά συμμετάσχω στήν εὐωχία τοῦ ἄλλου πρέπει νά τοῦ τήν καταστρέψω, ἤ νά καταστρέψω ἀκόμη καί τόν ἴδιο. Τρόποι πού αὐτό λαμβάνει χώρα εἶναι νά καταγγέλλουμε ὅπου μποροῦμε τή νεότητα ὡς συνώνυμη τῆς ἀποστασίας, νά διαμαρτυρόμαστε διότι οἱ νέοι δέν συχνάζουν στό ναό καί ὅταν ἐμφανιστοῦν νά καθιστοῦμε τή λατρεία ἀφόρητη γι’ αὐτούς, νά ἐφαρμόζουμε ποιμαντική καθοδήγηση χωρίς διάκριση καί χωρίς ἀγάπη κ.ἄ. Πολύ συχνά-φοβοῦμαι-ἡ στάση ἡμῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν στελεχῶν πρός τούς νέους παίρνει τή μορφή καί τά χαρακτηριστικά τοῦ κλασικοῦ οἰκογενειακοῦ χάσματος τῶν γενεῶν, στό ὁποῖο ὁ φθόνος κατέχει κυρίαρχη θέση.
Πολλοί ἐκκλησιαστικοί ἄνθρωποι ἐπικαλοῦνται τά λόγια τοῦ Χριστοῦ περί τῆς στενῆς καί τεθλιμμένης ὁδοῦ τήν ὁποία ἀκολουθοῦν πάντοτε λίγοι (Ματθ. 7: 14), ἄρα εἶναι φυσικό οἱ νέοι νά ἀπέχουν. Πρόκειται γιά ἀλήθεια, πού μέ τήν χρήση της ὅμως βολευόμαστε καί ἀποενοχοποιούμαστε ἱκανοποιητικά. Ἡ ὁδός εἶναι στενή καί τεθλιμμένη καί γιά τούς ἐνήλικες, ὁ Χριστός δέν ἔκαμε διάκριση ἡλικιῶν. Οὐδέποτε ὁ Χριστός ἰσχυρίσθηκε πώς οἱ νέοι δυσκολεύονται περισσότερο ἀπό τούς ἄλλους νά μποῦν στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, κάτι πού ἐπεσήμανε π.χ. γιά τούς πλούσιους (Ματθ. 19: 23-24).

Ὑπάρχουν πολλά στρώματα νέων, νέοι πολλῶν «ταχυτήτων». Κατ’ ἀρχήν οἱ ὑπάκουοι στούς γονεῖς καί συνεργάσιμοι, οἱ νέοι τῆς φτηνῆς ψυχαγωγίας, πού πιστεύουν σέ προλήψεις καί δεισιδαιμονίες, πού δέν ἀμφισβητοῦν τίποτε. Κατόπιν ἔχουμε τούς νέους πού ἀφοσιώθηκαν στίς σπουδές καί στήν καριέρα, πού ἀναπτύσσουν μόνο τόν ἐγκέφαλό τους, πού ἐνδιαφέρονται κυρίως γιά τήν ἐπιστήμη καί γιά τά χρήματα. Στόν ἀντίποδά τους βρίσκεται μία ἄλλη ὁμάδα, οἱ νέοι τοῦ περιθωρίου, μέ τά ναρκωτικά καί μέ τίς κλοπές, μέ τίς φυλακές καί μέ τή βία. Θά τολμήσω νά πῶ ὅτι ὁσάκις τά στελέχη τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζονται μέ ἀγωνία γιά τούς νέους, δέν ἔχουν αὐτές τίς τρεῖς κατηγορίες κυρίως κατά νοῦν.
Οἱ πρῶτοι δέν τούς προβληματίζουν διότι θεωροῦνται «ἀσφαλεῖς», ἄλλωστε συχνάζουν τίς μεγάλες γιορτές στήν Ἐκκλησία ἀπό συνήθεια καί περιστασιακά κοινωνοῦν. Οἱ δεύτεροι δέν τούς ἀνησυχοῦν διότι δέν εἶναι ἐπικίνδυνοι καί δέν χαρακτηρίζονται πλέον ἀπό ἀθεΐα ὅπως στό παρελθόν. Οἱ τελευταῖοι προκαλοῦν μᾶλλον τήν συμπόνοια καί τήν διάθεση γιά ἔργα πρόνοιας.
Ὑποστηρίζω ὅτι στό ἀσυνείδητο τῶν ἐκκλησιαστικῶν στελεχῶν ἡ ἀγωνία γιά τούς νέους ἐπικεντρώνεται πρωτίστως σέ μιάν ἄλλη ὁμάδα, ἐκείνη πού ὡς οὐσιῶδες χαρακτηριστικό ἔχει τήν ἰδιότητα νά βρίσκεται στήν αἰχμή τῶν ἑκάστοτε ἐξελίξεων. Τό ἀρχέτυπο «νέοι» ἔχει λάβει ὡς περιεχόμενο παλιότερα μέν τήν ἀμφισβήτηση τῶν κοινωνικῶν συμβάσεων (χίππυς, σεξουαλική ἐπανάσταση), ἀργότερα τήν ἀριστερή μαχητική ἔνταξη, σήμερα τήν τεχνολογία, σέ ὅλες τίς ἐποχές δέ τή μουσική, τή λογοτεχνία, τόν κινηματογράφο, τό θέατρο, τά ταξίδια. Μέ ἄλλα λόγια, τό σύνολο ἐκείνων τῶν ἐνδιαφερόντων καί δραστηριοτήτων πού τούς ἐπιφυλάσσει πάντοτε μία θέση πιό «μπροστά» ἀπό τούς ἄλλους, πού τούς ἐπιτρέπει νά εἶναι οἱ πρῶτοι δέκτες, ἀλλά καί ἀναμεταδότες,  τῶν κοινωνικῶν καί ἰδεολογικῶν ἐξελίξεων.
Μέ αὐτή τήν ὁμάδα νέων τά στελέχη τῆς Ἐκκλησίας διατήρησαν πάντοτε  ἀντιφατικά συναισθήματα. Στά φανερά τούς ἐπέκριναν γιά αὐθάδεια καί περιφρόνηση τῶν παραδοσιακῶν ἀξιῶν, τούς κατηγοροῦσαν γιά ἐπιπολαιότηα καί ἐλευθεριάζουσα συμπεριφορά, τούς προειδοποιοῦσαν γιά κινδύνους. Στό κρυμμένο ἐπίπεδο τούς θαύμαζαν γιά τό θάρρος τους καί τούς ζήλευαν γιά τόν πλοῦτο τῶν ἐμπειριῶν τους. Στήν πραγματικότητα τά στελέχη τῆς Ἐκκλησίας οὐδέποτε μπόρεσαν νά ξεπεράσουν τά συμπλέγματα μειονεξίας ἀπέναντι στήν πολιτιστική ἐκείνη ὁμάδα πού ἄκουγε στόν χαρακτηρισμό «σύγχρονοι νέοι». Δικαιολογημένα: ἡ μορφωτική καί πολιτιστική ἀπόσταση ἦταν καταλυτική.

*

Ὑπό τό φῶς τῶν παραπάνω καλούμαστε νά διερευνήσουμε τό ἐρώτημα: Ποιοί λόγοι νομιμοποιοῦν τήν ἰδιαιτερότητα τοῦ προβλήματος «Ἐκκλησία καί νέοι»;
Κατά τή γνώμη μου, γιά νά φθάσουμε σέ μία οὐσιαστική προσέγγιση τοῦ φαινομένου, ἔννοιες-κλειδιά εἶναι ἡ ταυτότητα καί ἡ σταθεροποίηση. Ὡς ταυτότητα πρέπει νά ἐννοήσουμε τό αἴσθημα συνέχειας τοῦ ἑαυτοῦ καί προσωπικοῦ νοήματος, τό ὁποῖο δομεῖται κατά τήν διάρκεια τῆς ἐφηβείας. Τό ἐν λόγῳ αἴσθημα ἔχει ἀνάγκη ἀπό συνοχή, δηλαδή ἀπό τιθάσευση τῶν φυγόκεντρων διαλυτικῶν τάσεων. Ἀπό τά πλέον τρομακτικά ἀνθρώπινα συναισθήματα ἀποτελεῖ τό κενό ταυτότητος. Ὁ νέος ἄνθρωπος εἶναι ἱκανός νά πιστέψη στίς πλέον παράλογες ἀντιλήψεις καί νά προχωρήση στίς πιό ἀλλοπρόσαλλες ἀποφάσεις, ἀρκεῖ νά κατασιγάση τό ἄγχος ἀπό τό κενό ταυτότητος. Σήμερα ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖται ἀπό πάρα πολλούς ὡς ὁ κατ’ ἐξοχήν μηχανισμός σταθεροποιήσεως, μέ τόν ἴδιο τρόπο πού παλιότερα λειτουργοῦσε ἡ ἰδεολογία καί πού σήμερα λειτουργοῦν οἱ παραθρησκεῖες. Γι’ αὐτό ἄλλωστε τόσο συχνά ἐνδίδει στόν πειρασμό τοῦ ἰδεολογικοῦ λόγου καί τῆς ὀργανώσεως δίκην σέκτας.
Γιά νά λειτουργήση ὁμαλά ἡ κοινωνία ἀπαιτεῖ μία κατάλληλη ἀναλογία τάξεως καί χάους, μία ἐναρμόνιση κεντρομόλων καί φυγοκέντρων δυνάμεων. Αὐτές ἐκφράζονται συνήθως μέ τή διαλεκτική τοῦ παλιοῦ καί τοῦ καινούργιου. Εἶναι περιττό, φυσικά, νά προσθέσουμε ὅτι τούς δύο αὐτούς ρόλους τούς ἔχουν ἀναλάβει ἀντίστοιχα ἡ Ἐκκλησία καί οἱ νέοι.
Θά ἔπρεπε νά εἶναι ἔτσι; Γιά τούς νέους εἶναι φυσικό νά ἐκπροσωποῦν τό καινούργιο, ἀλλά γιά τήν Ἐκκλησία εἶναι φυσιολογικό νά ἀντιπροσωπεύη τό παλιό; Γιατί νά σπεύδη αὐτή νά ἀποτελέση τόν κοινωνικό ἀντίπαλο τῶν νέων, τόν ἀντίθετο πόλο; Αὐτό τό ἰδίωμα ἁρμόζει περισσότερο σέ ἐκείνους τούς κοινωνικούς χώρους στούς ὁποίους ἐνδημεῖ ἡ δύναμη τῆς ἀδράνειας προκειμένου νά ὑπηρετήση τό ἔνστικτο αὐτοσυντηρήσεώς τους (κράτος, ἐκπαίδευση, οἰκογένεια). Καί τοῦτο διότι αὐτοί οἱ χῶροι ἀντλοῦν τό εἶναι τους ἀπό τό ἐγκόσμιο πλαίσιο.  Γιατί ἡ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία καυχᾶται ὅτι «οὔκ ἐστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου» (Ἰω. 18: 36), νά προτάσση τόν ἑαυτό της ὡς θεματοφύλακα τοῦ δεδικασμένου καί νά σπαταλᾶ ἔτσι τό πνευματικό της κεφάλαιο;

Ὁ νέος εἶναι χρονολογική, ἄρα ψυχολογική, κατηγορία. Ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ ἔννοια ὀντολογικῆς τάξεως. Μέσα στήν Ἐκκλησία τό παλιό καί τό καινούργιο δέν ὁρίζονται χρονολογικά, διότι τότε αὐτή ἐκπίπτει σέ ἐγκόσμιο σχῆμα. Τό καινούργιο τῆς Ἐκκλησίας εἶναι χρονολογικά πολύ παλιό: ἡ Ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου. Τό παλιό τῆς Ἐκκλησίας, ἡ διαχρονική οὐσία της, εἶναι κάτι παραπάνω ἀπό καινούργιο: εἶναι μελλοντικό, ἡ Βασιλεία τῶν ἐσχάτων.
Ὁ ἄνθρωπος, ἀντίθετα μέ ὅσα κάποιοι νομίζουν, δέν εἰσέρχεται στήν Ἐκκλησία ἀποκλειστικά λόγῳ ἐπενεργείας τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Αὐτή πάντοτε ἐνεργεῖ, βέβαια, ἀλλά κατά κανόνα συνυπάρχουν καί κίνητρα ψυχολογικά, ἐκτός ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων χαρισματικῆς ἀποκαλύψεως καί μεταστροφῆς. Ἐνδεικτικά κίνητρα γνωρίζουμε ὅλοι: ἀνάγκη γιά συντροφικότητα, γιά ψυχική ἠρεμία, γιά παρηγοριά καί ἐλπίδα, γιά στήριξη καί ἀντοχή σέ κρίσιμες στιγμές, γιά μετάγγιση ἰδανικῶν κ.π.ἄ. Ὅλα αὐτά φέρνουν καθημερινά ἀνθρώπους στήν Ἐκκλησία. Παραδείγματα; Ὁ νέος πού ἀντλεῖ ἀπό τήν Ἐκκλησία αἴσθημα συλλογικῆς ὑπερηφάνειας, ὅπως ἄλλος θά τό ἀντλοῦσε ἀπό τόν ἐθνικισμό. Ἐκεῖνος πού διαμορφώνει τό αἴσθημα ψυχολογικῆς συνέχειας ἀπό τήν Ἐκκλησία, ὅπως ἄλλος ἀπό τήν ἀρχαιολατρεία. Ἕνας ἄλλος ὁ ὁποῖος βρίσκεται σ’ αὐτήν ἐπειδή τροφοδοτεῖται ἀπό μία  «πνευματικότητα» μέ προτεραιότητα στήν ψυχολογική ἐμπειρία (συνήθως διεύρυνση τῆς συνείδησης), τῆς αὐτῆς τάξεως μέ ἐκείνη πού προσελκύει ἄλλους νέους σέ ἀνατολικές θρησκεῖες. Ἐκεῖνος πού βρῆκε τήν ἀποδοχή ἤ τή στοργή πού ζητοῦσε προσκολλώμενος σέ κάποιον πνευματικό κ.ο.κ.
Αὐτά δέν εἶναι καθόλου ἀμελητέα καί παραμένουν πλήρως ἀποδεκτά ὡς εἰσαγωγικά βήματα. Δέν εἶναι δυνατόν, ἄλλωστε, νά ἀναπτυχθῆ ἀρετή χωρίς τήν συγκρότηση ψυχικῆς ταυτότητος καί τήν ἐπούλωση ψυχικῶν τραυμάτων. Τό ὑπέρ φύσιν πρέπει νά στηριχθῆ στό κατά φύσιν. Τό στοίχημα πού ἀπόκειται νά κερδηθῆ εἶναι ἡ βαθμιαία μεταποίηση τοῦ ψυχολογικοῦ κινήτρου σέ διαπροσωπική σχέση μέ τόν Θεό. Καί δέν ἀρκεῖ νά δημιουργηθῆ διαπροσωπική σχέση, ἀλλά χρειάζεται νά εἶναι ὅσο γίνεται πιό ὑγιής. Πρόκειται γιά ἕναν ἀγῶνα ἐπίπονο πού ἐπιτυγχάνεται μέσα ἀπό τήν ἄσκηση.
Δυστυχῶς πολλοί ἀδελφοί μας δέν προοδεύουν ποτέ σέ αὐτή τήν μεταποίηση. Ἐνδεχομένως νά ἀσκοῦνται σκληρά, ἀλλά ἐλάχιστα μετακινοῦνται ἀπό τήν ἐγκόσμια δυναμική στήν ὀντολογική προοπτική. Ἴσως δέν ἔχουν κἄν ἀντιληφθῆ τήν ἀναγκαιότητα αὐτοῦ τοῦ στόχου. Ἀνακυκλώνουν ἀνθρωποκεντρικές δυνάμεις καί λειτουργίες κάτω ἀπό τόν μανδύα μιᾶς θεολογικῆς ὁρολογίας χωρίς κανένα ἀντίκρυσμα ὑπερβάσεως.
Πολλοί νέοι χρησιμοποιοῦν τήν Ἐκκλησία μόνο ὡς προσωρινή δύναμη σταθεροποιήσεως τῆς ψυχολογικῆς ταυτότητος. Σέ περιόδους προσωπικῶν κρίσεων (αἰσθηματικές ἀπογοητεύσεις, σχολικές ἀποτυχίες, οἰκογενειακές συγκρούσεις κ.ἄ.) καταφεύγουν στή βοήθεια κάποιου κληρικοῦ μέ τή μορφή τῆς ἐξομολογήσεως ἤ τῆς συμβουλευτικῆς, χωρίς αὐτό νά ἔχη βαθύτερη συνέχεια στήν πλειονότητα τῶν περιπτώσεων. Στήν κυριολεξία χρησιμοποιοῦν τήν Ἐκκλησία γιά συναισθηματική ἀνακούφιση, ὡς εὐκαιρία ἐπανοργανώσεως τῆς προσωπικότητος, ὡς ἐφαλτήριο ἐπανεκτιμήσεως στόχων, χωρίς νά ἐγγίζη τούς περισσότερους τό περιεχόμενο τοῦ μηνύματός της. Ἀκόμη καί πολλοί ἀπό τούς νέους πού λειτουργοῦν ὡς στελέχη τῆς Ἐκκλησίας (κατηχητές), ὅταν ἐξέλθουν ἀπό τήν φάση σχηματισμοῦ ταυτότητος ὡς ἐνήλικες πλέον, ἐγκαταλείπουν τήν ἐνεργό προσφορά. Τό κατηχητικό ἔργο λειτούργησε ὡς παρενέργεια, ἐνῶ τό κύριο ἔργο ἦταν ἡ σταθεροποίηση τῆς προσωπικῆς ταυτότητος.

Ἴσως τά παραπάνω νά δίνουν κάποια ἀπάντηση στό ἐρώτημα πού μέ πόνο διατυπώνουν συχνά πολλοί κληρικοί: «Γιατί τόσο πολλά παιδιά περνοῦν ἀπό ἐμᾶς καί τόσο λίγα μένουν;» (Εἶπα «κάποια ἀπάντηση» διότι  ὑπάρχουν καί ἄλλες: βιοτικές μέριμνες, ἐμπόδια ἀπό τήν οἰκογένεια ἤ ἀπό φίλους, σκανδαλισμός ἀπό τήν ἀσυνέπειά μας, στροφή πρός τόν νῦν αἰῶνα κ.ἄ.). Τό νά χρησιμοποιοῦμε τόν ἄλλο γιά τήν ψυχική μας ἀνάπτυξη καί νά τόν ἐγκαταλείπουμε στή συνέχεια, ἐνῶ ἀποτελεῖ φυσιολογική καί ἀναπόφευκτη διαδικασία κατά τήν παιδική καί ἐφηβική ἡλικία, συνιστᾶ ἔνδειξη ἀνωριμότητος στήν ἐνήλικη ζωή. Φανερώνει ὅτι δέν ἐγκαταστάθηκε ποτέ διαπροσωπική σχέση, ἐν προκειμένῳ μέ τόν Θεό. Τό παράπονο πώς οἱ νέοι μᾶς χρησιμοποιοῦν ὅσο μᾶς χρειάζονται καί μᾶς «πετοῦν» κατόπιν ἀκούγεται πράγματι δικαιολογημένο.

Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἡ Ἐκκλησία συμβάλλει καί ἡ ἴδια σέ αὐτήν τήν ἐγκατάλειψη μέ τήν τάση πού ἔχει νά μιμῆται τούς νέους στήν χρησιμοποίηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔργου γιά ψυχολογικούς σκοπούς. Παραδείγματα: Ὁ πνευματικός πού στρατολογεῖ νέους καί τούς διδάσκει «Ὀρθοδοξία» γιά νά διαιωνίση τή δική του παθολογία καί νά αἰσθανθῆ καλύτερα βλέποντας κλωνοποιημένα ἀντίγραφά του. Ἐκεῖνος ὁ κληρικός πού ἀνεπίγνωστα ποιμαίνει νέους γιά νά ἐπιβεβαιωθῆ ὡς καλός κληρικός ἀπέναντι στούς συλλειτουργούς του, ἤ γιά ν’ ἀποσπάση τήν εὔφημη μνεία τοῦ ἐπισκόπου του μέ τά πεπραγμένα τῆς ἐνορίας του, ἤ γιά νά φιλοτεχνήση τό «προφίλ» του προκειμένου νά ἀναρριχηθῆ στόν ἐπισκοπικό βαθμό. Ἤ -ἀντίθετα- γιά νά δημιουργήση μέ τούς νέους δύναμη προστασίας του ἀπέναντι στόν ἐπίσκοπό του ἤ ὁμάδα κρούσεως ἀπέναντι στή σύνοδο κ.ο.κ. Ὅλοι αὐτοί ὑπόκεινται στό κοινό παραμορφωτικό γνώρισμα: ὁ νέος χρησιμοποιεῖται ὡς πρόσχημα γιά ἄλλους σκοπούς. Πραγματική συνάντηση μέ τό νέο δέν ἔχει λάβει χώρα, ἔστω καί ἄν-καί αὐτό εἶναι πολύ ἐνδιαφέρον-ὁ νέος αὐτός βοηθήθηκε πράγματι σέ κάποια ζητήματα ἀπό τόν κληρικό αὐτό. Τό βασανιστικό ἐρώτημα πολλοί νέοι τό αἰσθάνονται ἀλλά λίγοι τό διατυπώνουν: Ὑπάρχει κανείς ἀπό σᾶς πού ἐνδιαφέρεται ἀποκλειστικά γιά τό πρόσωπό μας, πέρα ἀπό ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐξαργυρώσιμη συνθήκη, χωρίς κανέναν ἄλλο ἰδιοτελῆ ὑπαινιγμό; Ἰδού πεδίον δόξης λαμπρόν γιά τήν ἀνθοῦσα σήμερα κηρυγματική ὁρολογία περί προσώπου καί ἀγάπης.
Τό πρόβλημα μεγεθύνεται ἐπί πλέον ἀπό τό γεγονός ὅτι στήν πλειονότητά τους τά στελέχη τῆς Ἐκκλησίας δέν ἔχουν τακτοποιήσει τίς δικές τους προσωπικές ἐκκρεμμότητες μέ τίς φυγόκεντρες δυνάμεις, καί ἐννοῶ κυρίως τήν σεξουαλικότητα καί τήν ἐπιθετικότητα. Κάθε ἐκδήλωση τῶν νέων πού ἀναζωπυρώνει ζητήματα σεξουαλικότητος ἤ ἐπιθετικότητος (προτεραιότητα στόν ἔρωτα ἤ ἐπιθετική κριτική, ἀντίστοιχα) ἀναμοχλεύει τίς ἐσωτερικές ἀπειλές καί στή συνέχεια κινητοποιεῖ συμπεριφορές κατασταλτικές (ἀπαγορεύσεις) ἤ ἀπορριπτικές (ἐπιπλήξεις), ὥστε νά κατασιγασθῆ ἡ ἐσωτερική ἀναταραχή. Δηλαδή δημιουργεῖ ἀερόσακκους, διότι ἡ συνάντηση νέων καί Ἐκκλησίας προδικάζεται ὡς τραυματική.
Γιά τούς νέους ὁ ἔρωτας ἀποτελεῖ πρώτη προτεραιότητα. Πῶς λοιπόν ἡ Ἐκκλησία θά ἀπευθυνθῆ σ’ αὐτούς μιλώντας γιά τόν ἔρωτα, ὅταν οἱ περισσότεροι κληρικοί εἴμαστε ἀνέραστοι; Μέ ἄλλα λόγια, ὅταν πολλοί ἔγγαμοι παρουσιάζουμε σοβαρά προβλήματα στήν διαδικασία ἐπιλογῆς συζύγου καί στήν λειτουργικότητα τῆς συζυγικῆς σχέσεως, οἱ δέ ἄγαμοι στήν συντριπτική τους πλειονότητα ἐπέλεξαν τόν δρόμο αὐτό γιά νά γίνουν ἐπίσκοποι, ἑπομένως στεροῦνται ἐρωτικῆς μοναχικῆς κλίσεως; Ἐρχόμενοι σέ στενή ἐπαφή μέ τούς ἐρωτικούς προβληματισμούς πού μᾶς ἐξωτερικεύουν ἐκτιθέμεθα σέ βαθμό ἐπικίνδυνο γιά τήν συναισθηματική μας σταθερότητα. Οἱ περιπέτειες τῶν νέων ἀποσταθεροποιοῦν μόνο ἐκεῖνες τίς περιοχές μας πού εἴχαμε σπεύσει κάποτε νά σταθεροποιήσουμε ὅπως-ὅπως. Ἀπό ἐδῶ καί πέρα οἱ βεβιασμένες λύσεις στό ζήτημα τῆς ψυχολογικῆς ταυτότητος τῶν ἐκκλησιαστικῶν στελεχῶν θά πληρώνωνται μέ πολλαπλάσιο τίμημα ἀπό ἐκεῖνο πού ἔχουμε συνηθίσει μέχρι τώρα.
Ἐξ ἄλλου ἡ ἐχθρικότητά τους πρός τήν Ἐκκλησία, ἤ ἔστω πρός τούς γονεῖς τους, κινητοποιεῖ ἄγχος σέ μᾶς διότι παραμένουν ἐνεργά ἀκόμη μέσα μας τεράστια ἀποθέματα ἐπιθετικότητος. Ἔτσι, ἄλλοτε τήν ἐπιστρέφουμε σ’ αὐτούς, ὅταν τούς βλέπουμε ὡς ἀντιπάλους, ἐνῶ ἄλλοτε (καί τή στιγμή πού συμβουλεύουμε τούς νέους πῶς ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπ’ αὐτή), τήν ἐκτονώνουμε σέ ἀδελφούς καί συλλειτουργούς, σέ ἄλλες ἐκκλησιαστικές προσπάθειες καί ὁμάδες, ἐξωραϊσμένη δῆθεν στό ὄνομα τῆς ἀλήθειας, μέ τή μορφή τῆς καχυποψίας, τῆς καταγγελίας, τῆς ὑπεροψίας, τῆς σκληρότητος, τῆς φατρίας. Μέ τόν τρόπο αὐτό παρέχουμε ἀντιφατικά μηνύματα, ὅπως ἐκεῖνος ὁ κληρικός πού κηρύττει ὀργισμένος περί πραότητος.
Μία Ἐκκλησία πού οἰκοδομεῖ κτίρια ἀντί γιά ἀνθρώπους δέν μπορεῖ νά εἶναι πειστική. Μία Ἐκκλησία πού στολίζει τά γραφεῖα της καί τά ἄμφιά της ἀντί γιά τίς ψυχές δέν λειτουργεῖ ὡς ζύμη. Μία τέτοια Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά ἔχη ἀξίωση νά τήν ἀκούσουν, ἁπλούστατα διότι δέν εἶναι σέ θέση ν’ ἀκούση ἡ ἴδια τόν ἑαυτό της ἀπό τόν θόρυβο τοῦ ψέμματος πού προκαλεῖ. Καί φυσικά δέν μπορεῖ ν’ ἀκούση καί τόν Θεό. Διότι ὁ Θεός βρίσκεται πίσω ἀπό τά πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν μας, τά ὁποῖα μᾶς μυοῦν στήν ἀλήθεια μέ τρόπους «ἀποκεντρωμένους», πού ξεβολεύουν, πού ἀνοίγουν ὁρίζοντες, πού μᾶς εὐεργετοῦν ἐπειδή μᾶς βγάζουν ἀπό τά αὐτονόητά μας.

Πραγματική συνάντηση Ἐκκλησίας καί νέων εἶναι ἀδύνατο νά πραγματοποιηθῆ ἐκεῖ ὅπου καί οἱ δύο πλευρές ἀντιμετωπίζουν τήν σχέση μέ τόν Θεό κατά βάσιν ὡς ἕναν ἀπό τούς σταθμούς πρός τήν πορεία διαμορφώσεως ψυχικῆς ταυτότητος καίμόνο. Διότι στήν περίπτωση αὐτή ὁ Θεός ἔχει καταντήσει μιά λεπτομέρεια καί οἱ ψυχολογικές διαδικασίες ἔχουν γίνει αὐτοσκοπός. Ἔχει ξεχαστῆ στά ἀζήτητα κάποιος πού λέγεται Χριστός, ὁ Ὁποῖος, ὅπως μᾶς δίδαξαν οἱ Πατέρες μας, εἶναι κρυμμένος μέσα σέ κάθε ψυχή. Καταγγέλλουμε ἕναν κόσμο χωρίς Χριστό, ἀλλά ἦλθε καιρός ν’ ἀναρωτηθοῦμε μήπως κινδυνεύουμε νά προωθοῦμε μία Ἐκκλησία χωρίς Χριστό.
Τό πρόβλημα αὐτό ἀφορᾶ φυσικά καί στούς πιστούς νέους. Συχνά χρησιμοποιεῖται ἡ φράση «βρῆκα τό Χριστό», ἀλλά εἶναι ἄλλο πρᾶγμα νά ἔχης συναντήσει τόν Χριστό καί ἄλλο νά ἔχης βρεῖ μόνο τό σημαῖνον «Χριστός» καί τήν ἄφθονη περί αὐτοῦ φλυαρία. Ἡ αὐταπάτη τῆς συναντήσεως καί κατανοήσεως ἀποτελεῖ διαφορετικό εἶδος τραγωδίας: «Τί θά φορᾶς συνεννόηση/νά σέ γνωρίσω/ὥστε νά μή χαθοῦμε πάλι/μές στούς πολυπληθεῖς σωσίες σου;»

*

«Νέοι καί Ἐκκλησία: ὑπάρχει σημεῖο ἐπαφῆς;» Πολλά, ἄν δέν παρεμβάλλεται ἀερόσακκος. Γιά νά μποροῦν ν’ ἀγκαλιαστοῦν.
Ἡ συνάντηση νέων καί ἐκκλησιαστικῶν στελεχῶν γίνεται πεδίο κατάλληλο ν’ ἀποδείξουν καί τά δύο μέρη ἄν πιστεύουν στόν Θεό, πρᾶγμα διόλου αὐτονόητο. Δηλαδή ἄν ἐμπιστεύονται τήν ἀγκαλιά Του. Αὐτή δέν ἦταν καί ἡ ἀγωνία τοῦ Χριστοῦ ὅταν ρωτοῦσε «πλήν ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου ἐλθών ἆρα εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς γῆς;» (Λουκ. 18:8);

πρωτ. Βασίλειος Θερμός

 

         Ὑποσημειώσεις

1. Γεροντικό, ἐπιμ. μοναχῆς Θεοδώρας Χαμπάκη, ἐκδ. Ρηγοπούλου, 1969, σ. 245.

2. Εἰς τό κατά Ματθαῖον ὁμιλία δ’, 8, ΕΠΕ 9, 140.

3. Βλ. Ἰωάννη Κορναράκη Μαθήματα ἐξομολογητικῆς, ἐκδ. Κυριακίδη, 1983, σ. 74-76.

Βλ. Ἰωάννη Κορναράκη Ποιμαντικά θέματα, ἐκδ. Κυριακίδη, 1979, σ. 34, 82-83.

Ἐκκλησίακαίνέοι (1999), «Νέοι καί Ἐκκλησία σήμερα», ἐκδ. Ἔξοδος, 2002, σ. 33.

π. Βασιλείου Θερμοῦ Ἀναζητώντας τήν ταυτότητα τῆς ἁγιότητας, «Ἁγιότητα: ἕνα λησμονημένο ὅραμα», ἐκδ. Ἀκρίτας, 2001, σ. 58-68.

Διαχρονικό ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ὁ διάλογος πού ἀκολουθεῖ μεταξύ μιᾶς κυρίας καί τοῦ γέροντα Ζωσιμᾶ: «-Ἔφτασα σ’ ἕνα συμπέρασμα πού μ’ ἔκανε ν’ ἀνατριχιάσω: Πώς δηλαδή ἄν ὑπάρχει κάτι πού μπορεῖ νά ψυχράνει τήν «ἐνεργό» μου ἀγάπη πρός τήν ἀνθρωπότητα, αὐτό εἶναι μονάχα ἡ ἀγνωμοσύνη. Μέ δυό λόγια, θέλω νά δουλέψω μέ πληρωμή, θέλω ἐπαίνους κι ἀνταλλάγματα στήν ἀγάπη μου. Ἀλλιῶς κανέναν δέν εἶμαι ἱκανή ν’ ἀγαπήσω! …-Μά ἠ ἐνεργός ἀγάπη εἶναι κάτι πολύ πιό σκληρό καί φοβερό ἀπ’ τήν ἀγάπη πού περιορίζεται στά ὄνειρα. Ἡ ὀνειροπόλα ἀγάπη διψάει γιά σύντομα κατορθώματα, ζητάει μιά γρήγορη ἱκανοποίηση καί τό γενικό θαυμασμό. Σέ τέτοιες περιπτώσεις μερικοί φτάνουν πραγματικά στό σημεῖο νά θυσιάσουν καί τή ζωή τους ἀκόμα, ἀρκεῖ νά μήν περιμένουν πολύ, μά νά πραγματοποιηθῆ γρήγορα τ’ ὄνειρό τους. Καί νἆναι σά μιά θεατρική παράσταση πού νά τή βλέπουν ὅλοι καί νά τή χειροκροτοῦν. Μά ἡ ἐνεργός ἀγάπη χρειάζεται δουλειά κι ἐπίμονη αὐτοκυριαρχία καί γιά μερικούς εἶναι ἴσως-ἴσως ὁλάκερη ἐπιστήμη» (Ντοστογιέφσκυ Ἀδελφοί Καραμάζοφ, ἐκδ. Γκοβόστη, 1990, τόμος α’, σ. 108-111).

«Πρόσωπα, ἀλλοίμονο!/τῶν ἀδελφῶν πού βαστάζουν/ἐπάνω τους τραχέα,/ἰδιόρρυθμα, δυσήνια,/τά περάσματά τῆς Ἀλήθειας/-ὅσα ἀρνηθήκαμε» (Φωνήεντες στεναγμοί, ἐκδ. Ἁρμός, σ. 15).

Κική Δημουλᾶ Ραντεβού μέ μιάν ἄγνωστη, «Ἡ ἐφηβεία τῆς λήθης», 1994, ἐκδ. Στιγμή, σ. 66.