Οι Τρείς Ιεράρχες και η Ταυτότητα του Ελληνισμού

Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου
Πανηγυρική ομιλία του Σεβασμιωτάτου στο Πανεπιστήμιο Πατρών
για την εορτή των Τριών Ιεραρχών (2005)

Η πορεία και η ανάπτυξη της ελληνικής σκέψης
Μελετώντας την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αισθανόμαστε μία κατάπληξη για το πώς μπόρεσε να μελετήση το “είναι” και τον κόσμο μέσα από διαφορετικές προοπτικές, έχοντας όμως μια ενιαία υποδομή, το πώς αναπτύχθηκε και απετέλεσε ένα μεγάλο ρεύμα φιλοσοφίας, θρησκείας και πολιτικής.
Δύο κυρίως σημεία θα πρέπη να τονιστούν στην ενότητα αυτή.
Το πρώτο είναι ότι έχουμε μια διαρκή εξέλιξη του τρόπου με τον οποίο φιλοσοφούσαν και θρησκεύονταν οι αρχαίοι Έλληνες, μέσα όμως στα πλαίσια της ελληνικής συνείδησης. Παρατηρεί κανείς με πολύ μεγάλη έκπληξη το πώς το αρχαίο ελληνικό πνεύμα απέφευγε την στασιμότητα και διακρινόταν από μία δυναμική πορεία. Μπορεί κανείς να οριοθετήση, παρά το επικίνδυνο του πράγματος, μερικές φάσεις της αναπτύξεως του ελληνικού πνεύματος.
Στην αρχή παρατηρεί κανείς την επικράτηση μαγικών θρησκειών, λατρεύεται η φύση, η οποία συνιστά μια κατώτερη θρησκεία. Στην συνέχεια αναπτύσσεται ο ανθρωπομορφισμός, η λατρεία των θεών του Ολύμπου, όπως περιγράφεται στον Όμηρο και τον Ησίοδο. Αυτός ο ανθρωπομορφισμός στην πραγματικότητα ενσαρκώνει τους ανθρώπινους πόθους για την αθανασία, την υγεία, την καλοπέραση, την δύναμη. Ακολούθως εμφανίζονται οι Ίωνες φυσικοί, οι οποίοι στρέφονται στην φύση, αποβάλλοντας την θρησκευτική άποψη για την ερμηνεία του κόσμου. Η αρχική αιτία του κόσμου θεωρείται από τον Θαλή τον Μιλήσιο το νερό, από τον Αναξίμανδρο το άπειρο, από τον Αναξιμένη ο αέρας. Στην συνέχεια εμφανίζεται ο μυστικιστικός τρόπος ζωής, η οργιαστική φάση της θρησκείας, όπως εκφράζεται από τον Διόνυσο, τους Ορφικούς και τον Πυθαγόρα, οι οποίοι φέρουν τον θεό μέσα στον άνθρωπο και ενδιαφέρονται κυρίως για την αντιμετώπιση του πόνου. Η οντολογική ερμηνεία της φύσης, όπως εκφράζεται από τους Ελεάτες (Παρμενίδης) και τον Ηράκλειτο, ασχολείται με την σχέση και διαφορά μεταξύ “είναι” και “γίγνεσθαι”. Ακόμη, η εμφάνιση του ορθολογισμού, όπως εκφράζεται από τους Σοφιστές, με πρώτο τον Πρωταγόρα, οι οποίοι θεωρούνται πρόδρομοι των Διαφωτιστών του 18 αι. μ.Χ., εκλαμβάνουν την αλήθεια όχι ως αντικείμενο, αλλά υποκείμενο που συνδεέεται με την ανθρώπινη σκέψη. Ακολούθως η ιδεαλιστική, κλασσική μεταφυσική του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, πολέμησε τον ανθρωπομορφισμό του Θεού και έκανε τον Θεό ιδέα. Έπειτα η μετακλασσική περίοδος του Ελληνισμού που εκφράζεται από τον Στωϊκούς και Επικούριους φιλοσόφους, οι οποίοι ταύτισαν την φύση του ανθρώπου με τον λόγο, έκαναν λόγο για την νέκρωση του παθητικού μέρους της ψυχής και βεβαίως έδωσαν προτεραιότητα στην ευδαιμονία, όπως αυτοί την εννοούσαν. Τέλος, ο νεοπλατωνισμός με τον Πλωτίνο, τον Πορφύριο, τον Ιάμβλιχο και τον Πρόκλο, που ήταν η τελευταία αναλαμπή της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας και κυρίως της μεταφυσικής συνέδεσαν τον πλατωνισμό με την γνωστικισμό.
Επίσης εκείνο το οποίο μπορεί να σημειωθή είναι ότι υπάρχουν πολλοί μελετητές οι οποίοι συνδέουν την εξέλιξη αυτή μέσα από πολιτικές ερμηνείες. Για παράδειγμα στις ελληνικές πόλεις – κράτη άλλοτε κυριαρχεί η δημοκρατία, δηλαδή η επικράτηση δημοκρατικών αρχών με τους θεούς του Δήμου, και άλλοτε κυριαρχεί ο αριστοκρατικός ιδεαλισμός, όπως εκφράζεται από τον μυστικισμό και την μεταφυσική.
Το δεύτερο σημείο που εκφράζει την ενότητα, αλλά και όλη την εξέλιξη του ελληνικού πνεύματος, είναι η “σταδιακή εξέλιξη από την μυθική αντίληψη προς την ορθολογιστική σκέψη” και στην μεταφυσική φιλοσοφία δεν είναι ένα τυχαίο φαινόμενο, αλλά υπάρχουν πολλοί παράγοντες που το προσδιόρισαν. Στην συνέχεια θα παραθέσω μερικά από τα στοιχεία, τα οποία χρησιμοποιεί ο Κωνσταντίνος Βαμβακάς στο σημαντικό βιβλίο του με τίτλο “Οι Θεμελιωτές της δυτικής σκέψης”.
Ο Karl Jaspers έχει υποστηρίξει ότι στην πνευματική εξέλιξη που συντελείται μεταξύ του 800 και 200 π.Χ., περίπου στο 500 π.Χ. τοποθετείται αυτό που χαρακτήρισε “αξονική περίοδο της ιστορίας της ανθρωπότητας”.
Παρατηρείται ότι από τον 7ο αι. π.Χ. και εντεύθεν σε διαφόρους γεωγραφικούς χώρους, την Κίνα (Λάο-Τσέ, Κομφούκιος), την Ινδία (Μαχαβίρα, Βούδας), τον Ισραήλ (προφήτες Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ), το Ιράν (Ζωροάστρης), την Ελλάδα (Προσωκρατικοί, Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης) γίνονται διάφορες πολιτισμικές θεμελιακές μεταβολές.
Όμως οι αφετηρίες κάθε τόπου και πολιτισμού είναι διαφορετικές. Στην Κίνα κυριαρχεί η πρακτική φροντίδα για την καλή σχέση των ανθρώπων στην κοινωνία, στην Ινδία επικρατεί η θρησκευτική αγωνία του ανθρώπου για νόημα ζωής, στην Ελλάδα επικρατεί κυρίως η φιλοσοφία.
Γεγονός είναι ότι την περίοδο αυτή παρατηρείται και μία επικοινωνία των Ελλήνων με τους άλλους λαούς. Οι Έλληνες, λόγω της θαλάσσης, έρχονται σε επικοινωνία με πολλούς λαούς και πολιτισμούς, λαμβάνοντας από αυτούς ό,τι τους ήταν απαραίτητο για τον τρόπο ζωής τους. Συγχρόνως το εύκρατο κλίμα και ο τόπος διαμονής τους που συνέδεε στεριά και θάλασσα, τους έδινε την δυνατότητα να φιλοσοφούν για το “είναι”, τον “χρόνο”, την “φύση”, τον “άνθρωπο”, το νόημα της ζωής και του θανάτου. Έτσι, οι Έλληνες προσλάμβαναν ό,τι καλύτερο υπήρχε στους άλλους πολιτισμούς και το μετέτρεπαν σε φιλοσοφία, ασχολούμενοι με τον “θεό”, την “αρχή”, τον “λόγο”, την “δίκη”, το “άπειρο”, την “φύση”, τον “κόσμο”, το “είναι”.
Όπως σημειώνει ο Κωνσταντίνος Βαμβακάς, “τό ορθολογικό πνεύμα των Ελλήνων έθεσε αναμφισβήτητα τα θεμέλια της φιλοσοφίας και της επιστήμης, πράγμα που υπήρξε καθοριστικό για την εξέλιξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού… Οι Έλληνες ίδρυσαν τον δυτικό πολιτισμό, οριοθετώντας τον όμως, συγχρόνως, έναντι των ανατολικών πολιτισμών”.
Όπως σημειώθηκε προηγουμένως, υπήρξαν πολλοί παράγοντες για την ανάπτυξη της φιλοσοφίας στην αρχαία Ελλάδα. Θα αναφέρω μερικούς από αυτούς.
Ένας παράγοντας ήταν η “περιβάλλουσα φύση”. Το εύκρατο κλίμα, η διαυγής ατμόσφαιρα και η ηλιοφάνεια, η “αδιάκοπη διείσδυση και συμβίωση στεριάς και θάλασσας”, όπως “ο αέναος ρόχθος και κυματισμός της επιφάνειας της θάλασσας, σε αντίθεση με τον σιωπηλό, αδιόρατο και ασάλευτο βυθό της” θα δημιουργήσουν την υποψία για την αντίθεση μεταξύ “φαίνεσθαι” και “είναι”, “γίγνεσθαι” και “είναι”. Επίσης, και η θάλασσα θα βοηθήση στην επικοινωνία με πολλούς πολιτισμούς.
Άλλος παράγοντας είναι οι κοινωνικές δομές. Από τον 8ο αιώνα π.Χ. και μετά δημιουργούνται οι πόλεις – κράτη. Το πολίτευμα των πόλεων αυτών – κρατών έχει διάφορες διακυμάνσεις, αρχίζει από το αριστοκρατικό, δημιουργούνται τα ολιγαρχικά ή τιμοκρατικά πολιτεύματα, αφού αναπτύσσεται η τάξη των βιοτεχνών, εμπόρων και πλοιοκτητών, προχωρεί στα τυραννικά καθεστώτα και θα φθάση στην εγκαθίδρυση της δημοκρατίας. Παρά ταύτα δημιουργείται σε όλες αυτές τις πόλεις – κράτη η κοινή ελληνική συνείδηση, καθώς επίσης, μετά την κατάρρευση του Μυκηναϊκού πολιτισμού με την Γραμμική Γραφή Β΄, δημιουργείται το νέο ελληνικό αλφάβητο. Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν ως πρότυτο την φοινικική γραφή, αφού όμως προσέθεσαν τα φωνήεντα, που δεν είχε το φοινικικό αλφάβητο (αποτελείτο από σύμφωνα και ημίφωνα), δημιουργώντας έτσι ένα κομψό φωνητικό αλφάβητο.
Η θρησκεία, επίσης, υπήρξε ένας σπουδαίος παράγοντας για την ανάπτυξη του ελληνικού πνεύματος. Στην αρχή “οι θεοί των Ελλήνων είναι δυνάμεις και δευτερευόντως πρόσωπα. Γι’ αυτό τα θεϊκά πρόσωπα, πολλές φορές, συγχέονται”. Στην συνέχεια εξασθενίζει η πίστη στους θεούς, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν δύο πνευματικοί δρόμοι: “τής ορθολογικής φιλοσοφίας των Ιώνων και του μυστικισμού της ορφικής διδασκαλίας, που θα ανταποκριθή και στις βαθύτερες θρησκευτικές ανάγκες των Ελλήνων”. Αυτή η μυστηριακή θρησκεία είναι εντελώς διαφορετική από “τό ελληνικό πνεύμα της ομηρικής εποχής” και οπωσδήποτε έχει επίδραση ανατολική.
Επίσης, η σχέση μεταξύ μύθου και επικής ποίησης, η πορεία από τον μύθο στον λόγο έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της φιλοσοφίας. Μέσα από αυτή την διάσταση οι Έλληνες έβλεπαν την ενότητα και την τάξη που υπάρχει στην φύση.
Όλες αυτές οι προϋποθέσεις υπήρχαν στο αρχαίο ελληνικό “πνεύμα”, οπότε η επικοινωνία τους με τους ανατολικούς λαούς βοήθησε στο να το αναπτύξουν ακόμη περισσότερο με εκείνα που συνάντησαν.
Για παράδειγμα, ο Θαλής ο Μιλήσιος παρέλαβε την αστρονομία από την Αίγυπτο και την Βαβυλωνία με τα ταξίδια τα οποία είχε κάνει, αλλά την ανήγαγε σε φιλοσοφία. Το ίδιο και ο Πυθαγόρας. Επίσης οι Έλληνες παρέλαβαν την αριθμητική και την γεωμετρία από την Αίγυπτο και την έκαναν φιλοσοφία. Ακόμη οι ορφικοί και οι πυθαγόρειοι παρέλαβαν στοιχεία απο τους ανατολικούς λαούς, αλλά προχώρησαν περισσότερο τις γνώσεις αυτές. Οι ανατολικοί λαοί ανέπτυξαν διάφορα μυθολογικά συστήματα και συγκέντρωσαν ένα μεγάλο υλικό που εξυπηρετούσε “ωφελιμιστικούς καθαρά σκοπούς”, ενώ οι Έλληνες τα ανήγαγαν σε άλλη σφαίρα, τα έκαναν φιλοσοφία. Το κίνητρό τους “δέν έχει σχέση με τα πρακτικά προβλήματα των ανατολικών λαών, αλλά είναι αναζήτηση της αλήθειας μέσω της ευρύτερης θεώρησης του κόσμου”.
Βέβαια, ο G. James ανέπτυξε την θεωρία περί “κλεμμένης κληρονομιάς”, δηλαδή πρόκειται για την λεγόμενη “αφροκεντρική θεωρία”, αλλά αυτή δεν έγινε αποδεκτή από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα για τα αυθαίρετα συμπεράσματά της και διότι αγνόησε το γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες προσέλαβαν μερικά στοιχεία από ξένους πολιτισμούς, αλλά τα επεξεργάσθηκαν ακόμη περισσότερο και το πρακτικό – ωφελιμιστικό επίπεδο το ανέβασαν στο οντολογικό, φιλοσοφικό, θεολογικό επίπεδο. “Η ουσία είναι –καί αυτό επιμένουν να μη κατανοούν οι αφροκεντριστές– ότι οι Έλληνες μετέτρεψαν τις πρακτικές γεωμετρικές, αριθμητικές, αστρονομικές γνώσεις των γειτονικών μεγάλων πολιτισμών σε γενικευμένα, συνεκτικά, φιλοσοφικά συστήματα”.
Οπότε, όταν παρατηρή κανείς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, θα διαπιστώση ότι διαρκώς γονιμοποιεί και γονιμοποιείται, προσλαμβάνει και προσλαμβάνεται, γεννιέται μια φάση και έπειτα πεθαίνει για να αναγεννηθή κάποια άλλη, έχει μια διαρκή κίνηση και πορεία, διακρίνεται από μια εντελέχεια, έχει μια δυναμική κίνηση προς την ολοκλήρωση. Ξεκινά από την μαγική θρησκεία, προχωρεί στον ανθρωποκεντρισμό, εξελίσσεται στον ορθολογισμό, φθάνει στον μυστικισμό, αναπτύσσεται στην μεταφυσική.
Παράλληλα η νέα φάση που δημιουργείται δεν καταργεί τελείως την προηγούμενη, οπότε υπάρχουν πολλές παράλληλες παραδόσεις. Ο ελληνικός πολιτισμός έχει μέσα του μια δυναμικότητα, μια ακατάβλητη ελευθερία, μια κίνηση προς την ολοκλήρωση. Όλο αυτό το ρεύμα κινείται μαζί, παράλληλα, ενοποιημένα, σε μερικά σημεία απομονωμένα και με όλες αυτές τις μορφές του συναντιέται με τον Χριστιανισμό.
Οι πρώτοι Αποστολικοί Πατέρες, οι Απολογητές και οι μεγάλοι Πατέρες του 4ου αιώνος συναντούν όλο αυτό το ρεύμα, το διηρημένο σε πολλά τμήματα, αλλά εσωτερικά ενοποιημένο με τον νόμο των αντιθέσεων του Ηρακλείτου, και είναι φυσικό να επηρεασθούν από αυτό. Δεν πρόκειται μόνον για την κοινή ελληνιστική γλώσσα, την οποία οι Πατέρες συνάντησαν στην εποχή τους και την χρησιμοποίησαν, αλλά όλο αυτό το οντολογικό υποσυνείδητο που υπάρχει στον Ελληνισμό. Το θέμα αυτό θα το δούμε στην επόμενη ενότητα.
Εκείνο το οποίο πρέπει να σημειωθή ως προς την ενότητα αυτή είναι ότι η ταυτότητα του ελληνισμού χαρακτηρίζεται από μια διαρκή εξέλιξη, γονιμοποίηση και ωρίμανση. Κανείς δεν μπορεί να εντάξη τον Ελληνισμό σε μια χρονική φάση της εξελίξεώς του και κανείς δεν μπορεί να απολυτοποιήση μια μόνο φάση σε αυτήν την εξέλιξη.

3. Η συνάντηση του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό
Όπως είδαμε προηγουμένως, η τελευταία φάση της ελληνικής φιλοσοφίας, η οποία χαρακτηρίζεται Νεοπλατωνισμός, έχει επηρεασθή από τον Γνωστικισμό και μερικές απόψεις του Χριστιανισμού, κυρίως αιρετικών παραφυάδων.
Το γεγονός είναι ότι μέχρι τον 4ο αιώνα μ.Χ. υπήρξαν πολλές φάσεις της συναντήσεως του Ελληνισμού με τον Χριστιανισμό. Ο Χριστιανισμός γεννήθηκε σε Ιουδαϊκά περιβάλλοντα, αλλά όταν εξήλθε από τον χώρο της Παλαιστίνης αναγκαστικά συναντήθηκε με τον Ελληνισμό, με θετικές και αρνητικές συνέπειες. Κυρίως όμως τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν μεγάλα πνευματικά αναστήματα του Χριστιανισμού μελέτησαν την αρχαία ελληνική παιδεία, σπουδάζοντας την ελληνική φιλοσοφία και γενικότερα την ελληνική παράδοση, τότε γεννήθηκαν οι προϋποθέσεις μιας συναντήσεως μεταξύ των δύο αυτών πνευματικών μεγεθών, του Χριστιανισμού και του Ελληνισμού.
Η συνάντηση αυτή Ελληνισμού και Χριστιανισμού χαρακτηρίσθηκε με δύο φράσεις. Την μία χρησιμοποίησε ο μεγάλος Προτεστάντης Θεολόγος και ιστορικός Χάρνακ, σύμφωνα με την οποία η συνάντηση Χριστιανισμού και Ελληνισμού δημιούργησε “τον εξελληνισμό του Χριστιανισμού”, όπως ονόμαζε τον Γνωστικισμό. Την άλλη φράση χρησιμοποίησε ο μεγάλος Ρώσσος Θεολόγος του 20ου αιώνος, που δίδαξε στον Χάρβαρντ των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, σύμφωνα με την οποία η συνάντηση Χριστιανισμού και Ελληνισμού δημιούργησε “τον εκχριστιανισμό του ελληνισμού”.
Ο “εξελληνισμός του Χριστιανισμού” συνίσταται στο ότι ο Χριστιανισμός εξελληνίστηκε, δηλαδή απέβαλε την αποκαλυπτική αλήθεια και πλησίασε περισσότερο προς την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Επίσης, ο “εκχριστιανισμός του Ελληνισμού” συνίσταται στο ότι ο Ελληνισμός εκχριστιανίσθηκε, δηλαδή ο Χριστιανισμός χρησιμοποίησε τον Ελληνισμό για να εκφράση την αλήθειά του.
Ενώ φαίνεται ότι ένα από τα δύο συνέβη, εν τούτοις όμως πραγματοποιήθηκαν και τα δύο αυτά ρεύματα. Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας υπεστήριξε την άποψη ότι ο “εξελληνισμός του Χριστιανισμού” έγινε από τους φιλοσοφούντας θεολόγους, οι οποίοι κατέληξαν να θεωρούνται αιρετικοί της Εκκλησίας, όπως ο Γνωστικισμός, ο Δοκητισμός, ο Μοντανισμός και αργότερα άλλοι αιρετικοί, ενώ ο “εκχριστιανισμός του Ελληνισμού” έγινε από τους Πατέρας της Εκκλησίας, ιδίως τους Τρείς Ιεράρχες και τον άγιο Γρηγόριο τον Νύσσης, όπως και τους μεταγενέστερους, ήτοι άγιο Μάξιμο Ομολογητή, άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά κλπ.
Το κρίσιμο θέμα το οποίο απησχόλησε τους πρώτους Πατέρας είναι το λεγόμενο κοσμολογικό, που καταλήγει στο θεολογικό. Το κοσμολογικό πρόβλημα είναι τί είναι ο κόσμος, ποιός τον δημιούργησε, που οφείλεται το κακό που υπάρχει στον κόσμο. Η εβραϊκή ερμηνεία για τον κόσμο έβλεπε πάντοτε πίσω από τον κόσμο τον Θεό. Η ελληνική – φιλοσοφική ερμηνεία για τον κόσμο θεωρούσε τον Θεό πάντοτε συνδεδεμένο με τον κόσμο. Ακόμη και ο Πλάτων που έκανε λόγο για τα αρχέτυπα των όντων, έλεγε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από προϋπάρχουσα ύλη και έτσι δημιουργός σημαίνει διακοσμητής.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, έχοντας βιβλική – εβραϊκή σκέψη, έπρεπε να περάσουν την χριστιανική αποκάλυψη μέσα στην ελληνική νοοτροπία. Το θέμα κατ’ εξοχήν ετέθη στο ερώτημα τί είναι ο Χριστός, που είναι το κέντρο της ιστορίας, και τί θα πη ότι ενηνθρώπησε ο Χριστός. Για τον Εβραίο δεν υπήρχε πρόβλημα, γιατί το ερμήνευε ως μια επέμβαση του Θεού μέσα στον κόσμο. Για τον Έλληνα όμως υπήρχε σοβαρό πρόβλημα, επειδή έπρεπε να αλλάξη όλη την νοοτροπία του. Δηλαδή, έπρεπε να αλλάξη την κοσμολογία του, που σημαίνει ότι έπρεπε να απαντά στο ερώτημα τί είναι ο Χριστός με κοσμολογικές κατηγορίες, χωρίς όμως να δεχθή την ελληνική νοοτροπία.
Αυτό σημαίνει ότι έπρεπε να αποβάλη την άποψη ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε από προϋπάρχουσα ύλη και να δεχθή την διδασκαλία ότι ο κόσμος έγινε από το μηδέν. Επίσης έπρεπε να αποβάλη την άποψη περί της πτώσεως ως τιμωρίας και να δεχθή την διδασκαλία περί της πτώσεως ως ελεύθερης επιλογής του ανθρώπου. Ακόμη έπρεπε να αποβάλη την άποψη ότι η ύλη είναι εκ φύσεως κακή και να δεχθή την δυνατότητα ενανθρωπήσεως του Λόγου και αναστάσεως του Χριστού, όπως επίσης και αναστάσεως και αφθαρσίας των σωμάτων των ανθρώπων. Έπρεπε δηλαδή να αποβάλη την άποψη της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας περί φύσει θνητού σώματος και φύσει αθανάτου ψυχής.
Επίσης, άλλο θέμα που έπρεπε να αντιμετωπίσουν οι πρώτοι Πατέρες ήταν το θέμα ποιά είναι η μέθοδος ερμηνείας του κόσμου και του ανθρώπου. Γι’ αυτό, το κρίσιμο σημείο που δείχνει την διαφορά μεταξύ των φιλοσοφούντων θεολόγων και των ορθοδόξων Πατέρων είναι η σχέση μεταξύ του νου και της λογικής σε σχέση με την γνώση του Θεού. Οι φιλοσοφούντες θεολόγοι υπερύψωσαν την ανθρώπινη λογική, την έθεσαν ως κέντρο ερεύνης ακόμη και του Θεού, ενώ οι Πατέρες της Εκκλησίας έδωσαν μεγαλύτερη σημασία στον νου και την καρδιά, προκειμένου να αποκτήσουν γνώση εμπειρική του Θεού.
Αυτό το βλέπουμε στους Τρεις Ιεράρχες, που έκαναν λόγο για την νοερά ησυχία, την καρδιακή καθαρότητα προκειμένου να αποκτήση κανείς την γνώση του Θεού. Και όταν αποκτήση κανείς την γνώση του Θεού στην συνέχεια, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο την λογική, διατυπώνει την εμπειρία του.
Σε αυτό το σημείο φαίνεται η διαφορά των Τριών Ιεραρχών από τους φιλοσοφούντας θεολόγους της εποχής τους, οι οποίοι απέκλιναν από την ορθόδοξη αλήθεια. Ενώ οι φιλοσοφούντες θεολόγοι είχαν μια ενιαία μεθοδολογία ερεύνης και γνώσεως του Θεού, οι Τρεις Ιεράρχες είχαν αναπτύξει την διπλή μεθοδολογία για την γνώση του κόσμου και του Θεού –αφού η λογική ερευνά τον κόσμο και ο νους αποκτά εμπειρίες του Θεού– με αποτέλεσμα να μη συγχέουν νου και λογική και να μη ταυτίζουν επιστήμη και θεολογία.
Όπως έχουμε εντοπίσει πιο πάνω, ο Ελληνισμός είναι ένα πολύ μεγάλο μέγεθος, που ξεκίνησε πολλούς αιώνας πριν από την έλευση του Χριστού, γονιμοποίησε όλα τα στοιχεία τα οποία βρήκε στην πορεία του, ακόμη και ανατολικές παραδόσεις, και συνεχώς αυξανόταν σε εμπειρία και γνώση. Όσες επιστημονικές και πρακτικές γνώσεις της εποχής εκείνης παρέλαβε από ανατολικούς λαούς, τις έκανε φιλοσοφία.
Μελετώντας τα ζητήματα αυτά προσεκτικά, διεπίστωσα ότι η θεολογία των Πατέρων της Εκκλησίας, ιδίως των Τριών Ιεραρχών μπορεί να θεωρηθή μια δημιουργική εξέλιξη του ελληνισμού, μια έκφραση του εκχριστιανισμένου Ελληνισμού, αφού οι Τρεις Ιεράρχες προσέλαβαν όλα τα θετικά στοιχεία του Ελληνισμού, τα οποία συνάντησαν και τον ανέβασαν σε μεγάλο ύψος. Όπως ο Ελληνισμός γονιμοποίησε τα στοιχεία του παρελθόντος, έτσι και ο Χριστιανισμός γονιμοποίησε τα στοιχεία του Ελληνισμού που συνάντησε στην εποχή του. Για παράδειγμα, οι Τρεις Ιεράρχες αξιοποίησαν κατά τον καλύτερο τρόπο πολλές απόψεις της προσωκρατικής φιλοσοφίας (Ελεατικής Σχολής και Σχολής Ηρακλείτου) πολλές θεωρίες της κλασσικής φιλοσοφίας (Πλάτωνος – Αριστοτέλους), πολλές εκφράσεις της μυστικής φάσεως του Ελληνισμού (Πυθαγόρα – Ορφικών) κλπ., χωρίς βέβαια να αλλοιώσουν τον ορθόδοξη αποκαλυπτική αλήθεια.
Θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, δηλαδή την περίπτωση του Ηρακλείτου (βλ. Ηράκλειτος άπαντα, Τάσου Φάλκου – Αρβανιτάκη, εκδ. Ζήτρος, Κωνσταντίνου Βαμβακά: Οι θεμελιωτές της δυτικής σκέψης, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, Ιωάννου Θεοδωρακόπουλου: εις Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτικής Αθηνών, τόμ. Β΄, 432 κ. εξ., Γρηγορίου Κωσταρά: Φιλοσοφική προπαίδεια, Αθήναι 1991, Χαραλάμπους Θεοδωρίδου: Επίκουρος, η αληθινή όψη του αρχαίου κόσμου, Κολλάρου) και πώς οι απόψεις του Ηρακλείτου πέρασαν δημιουργικά στην Ορθόδοξη παράδοση.
Είναι γνωστόν ότι ο Ηράκλειτος (535-475 π.Χ.) υπήρξε ένα φωτεινό πνεύμα κατά την πορεία της εξέλιξης της αρχαίας ελληνικής παράδοσης. Βεβαίως, δεν διασώζεται το πλήρες έργο του, μόνον διασώζονται 139 αποσπάσματα σε διαφόρους συγγραφείς. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι απόψεις του Ηρακλείτου έγιναν αντικείμενο προσοχής και ερεύνης από όλους τους αρχαίους κλασσικούς φιλοσόφους, όπως τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη κλπ., παλαιούς Χριστιανούς συγγραφείς, όπως τον Ιππόλυτο, τον Κλήμεντα Αλεξανδρέα, και νέους φιλοσόφους, όπως τον Έγελο, τον Μπέρξον, τον Μαρξ, τον Γκαίτε, τον Νίτσε.
Τα διασωθέντα αποσπάσματά του ερμηνεύονται ποικιλοτρόπως, ακριβώς γιατί ο Ηράκλειτος χαρακτηρίστηκε “σκοτεινός φιλόσοφος”, δηλαδή είναι δύσκολος στην ερμηνεία, είναι αποφθεγματικός και ελλειπτικός και όπως έλεγε ο Διογένης ο Λαέρτιος “Δηλίου τινος δείται κολυμβητού” για την κατανόησή του.
Από τις απόψεις του Ηρακλείτου μπορούμε να σημειώσουμε τρεις βασικές του θέσεις.
Η μία αναφέρεται στην έννοια του λόγου, που είναι ο συμπαντικός νόμος που διέπει τα πάντα, βρίσκεται μέσα στα όντα, στο γίγνεσθαι, στο είναι του κόσμου, στην ψυχή του ανθρώπου. Ο λόγος είναι η αρχή από την οποία κατάγεται το γίγνεσθαι, και ο άνθρωπος πρέπει να ενωθή με τον λόγο. Για να μπορέση όμως να φθάση και να ενωθή με τον λόγο, πρέπει να ελευθερωθή από τις αισθήσεις του και τους φραγμούς της υποκειμενικότητάς του. Ο Ηράκλειτος κάνει λόγο για τον ξυνό (ξυν-νόω) κοινό λόγο, που σημαίνει την ταύτιση του κοινού λόγου με την κοινή φρόνηση. Ο λόγος αυτός είναι αιώνιος και οι άνθρωποι δεν μπορούν να τον εννοήσουν, ούτε πριν τον ακούσουν, αλλά και ούτε όταν τον ακούσουν. Όταν είναι σε εγρήγορση δεν γνωρίζουν τί κάνουν και όταν κοιμούνται λησμονούν τί πράττουν. Ενώ ο λόγος είναι κοινός, πολλοί άνθρωποι ζουν ωσάν να έχουν την δική τους αλήθεια. Ο Ηράκλειτος γράφει: “Διό δει έπεσθαι τω (ξυνώ, τουτέστι τω) κοινώ· ξυνός γαρ ο κοινός” (απόσπασμα 2).
Η δεύτερη βασική αλήθεια του Ηρακλείτου είναι τα περί του γίγνεσθαι, αφού υποστηρίζει την γνωστή άποψη ότι “τα πάντα ρει”. Το γίγνεσθαι κατά τον Ηράκλειτο δεν γνωρίζει ούτε αρχή ούτε τέλος, αλλά έχει παντού την αρχή του και το τέλος. Πρόκειται για μια αέναη σύγκρουση των αντιθέτων, γι’ αυτό και ομιλούσε για το ότι “πόλεμος πατήρ πάντων”. Μέσα στο γίγνεσθαι υπάρχει ο λόγος, γι’ αυτό κάθε αιών δεν μπορεί να βγη από τα μέτρα του. Έτσι, παρά το γίγνεσθαι, την αέναη κίνηση των όντων, υπάρχει μια εσωτερική ισορροπία.
Η τρίτη βασική αρχή είναι ότι ο Ηράκλειτος ταυτίζει τον λόγο με το πυρ, αφού το πυρ συμβολίζει τον αιώνιο λόγο. Ο Ηράκλειτος γράφει ότι όλος ο κόσμος δεν πλάσθηκε από κάποιον θεό ή άνθρωπο, “αλλ’ ην αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα” (απόσπ. 30).
Επομένως κατά τον Ηράκλειτο υπάρχει μια σχέση μεταξύ του λόγου, του γίγνεσθαι και του πυρός. Συνέπεια αυτής της σχέσεως είναι ότι η αλήθεια συνδέεται με τον λόγο και όχι με την αίσθηση και γι’ αυτό πρέπει ο άνθρωπος να μετέχη του λόγου. Μέσα σε αυτήν την προοπτική ο Ηράκλειτος εξασκεί μια κριτική της σύγχρονής του ειδωλολατρίας, αφού οι άνθρωποι ενώ ζητούσαν να εξαγνιστούν με καθαρμούς, εν τούτοις μιαίνονταν με άλλο αίμα από τις αιματηρές θυσίες και έτσι ομοίαζαν σαν κάποιον που μπήκε στην λάσπη και προσπαθεί μετά να ξεπλυθή με την λάσπη (απόσπ. 5). Επίσης μέσα σε αυτήν την προοπτική ελέγχει τους ανθρώπους εκείνους που ταυτίζουν την ευδαιμονία με τις σωματικές απολαύσεις, γιατί αν συνέβαινε η ευδαιμονία να βρίσκεται σε τέτοιες απολαύσεις, τότε τα πιο ευτυχισμένα όντα θα ήταν τα βόδια (απόσπ. 4).
Οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποίησαν ή απήντησαν και σε αυτές τις απόψεις του Ηρακλείτου, όπως το έκαναν και με τις απόψεις άλλων φιλοσόφων. Συγκεκριμένα:
Ο λόγος του Ηρακλείτου, που είναι ο συμπαντικός νόμος του κόσμου, υπενθυμίζει τον Λόγο – Χριστό, ο Οποίος όμως είναι πρόσωπο και δια του Οποίου δημιουργήθηκε ο κόσμος, αφού “τω λόγω Κυρίου οι ουρανοί εστερεώθησαν”.
Το γίγνεσθαι του Ηρακλείτου υπενθυμίζει την διδασκαλία των Πατέρων για την άκτιστη ενέργεια του Θεού σε όλη την κτίση, αφού κατά τον λόγο του Χριστού “ο πατήρ μου έως άρτι εργάζεται, καγώ εργάζομαι” (Ιω. ε΄, 17) και μέσα σε όλη την κτίση υπάρχουν “οι λόγοι των όντων”, δηλαδή οι άκτιστες ενέργειες του Θεού. Παρά το διαρκές γίγνεσθαι, υπάρχει ενότητα, αφού οι λόγοι των όντων δημιουργούν μια ισορροπία. Και γι’ αυτό πατήρ των πάντων δεν είναι ο πόλεμος, αλλά ο Θεός της ειρήνης.
Το αείζωον πυρ του Ηρακλείτου υπενθυμίζει το πυρ της Πεντηκοστής, η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, η οποία αποκαλύπτει τον Λόγο – Χριστό και ενεργεί τα χαρίσματα και βεβαίως συγκροτεί όλον τον θεσμόν της Εκκλησίας, που είναι το Σώμα του Χριστού. Είναι χαρακτηριστικό ότι το χωρίο του Ηρακλείτου “αλλ’ ήν αεί και έστιν και έσται πυρ αείζωον” χρησιμοποιήθηκε από τον Άγιο Γρηγόριο το Θεολόγο και την υμνογραφία της Εκκλησίας, για να δηλωθή το Άγιον Πνεύμα, το οποίο “ην μεν αεί, και έστι και έσται ούτε αρξάμενον ούτε παυσόμενον”.
Βεβαίως, υπάρχουν διαφορές μεταξύ της φιλοσοφίας του Ηρακλείτου και της αποκαλυπτικής αλήθειας της Ορθοδόξου Εκκλησίας, όπως εκφράσθηκε από τους Πατέρας της Εκκλησίας, αλλά στο παράδειγμα που αναφέραμε δείχνει πώς μερικές από τις βασικές διδασκαλίες του Ηρακλείτου πέρασαν δημιουργικά μέσα στην Χριστιανική αλήθεια ή για να ακριβολογήσω ακόμη περισσότερο φαίνεται πώς η χριστιανική αποκάλυψη διατυπώθηκε από τους Πατέρας της Εκκλησίας και ιδίως από τους Τρεις Ιεράρχες, μέσα από διδασκαλίες των αρχαίων φιλοσόφων ή και του Ηρακλείτου, όπως είδαμε προηγουμένως.

Πηγή: Εκκλησιαστική Παρέμβαση