Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός και η Λογική της Παραδόσεώς μας

Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ ΚΑΙ Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΜΑΣ
ὁμιλία π. Βασιλείου Γοντικάκη εἰς τὴν Πάτρα τὴν 14η Μαΐου τοῦ 1998

agios_kosmas_aitwlos

Εἰσήγησι

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, αὐτὸ ποὺ μὲ εὐχαρίστησε στὴν προσφώνησι ἦταν ὁ αὐθορμητισμός. Ἐπίσης, τὸ ὅτι ἐλέχθη ὅτι εἶναι συζήτησι αὐτὴ ποὺ θὰ κάνουμε καὶ τὸ ὅτι ἔγινε ἕνας ὑπαινιγμὸς στὰ βάσανα ποὺ ἔχουμε. Ὅταν μὲ καλέσατε νὰ ἔρθω, σκέφτηκα καὶ τὰ δικά μου τὰ βάσανα, τὰ παλιά· καὶ ὄντας στὸ Ἅγιον Ὄρος, σκεφτόμαστε καὶ σᾶς. Δηλαδή, σκέφτεται κανεὶς τὸν ἑαυτό του, πῶς πέρασε στὴν ἡλικία τὴ δική σας, σκέφτεται πῶς κάτι… παιδιά, τί κάνει ἡ πολιτική μας, τί κάνει ὅλος ὁ κόσμος καὶ τί ὑπάρχει στὸ Ἅγιον Ὄρος. Στὴ συνέχεια νοιώθει κανεὶς ὅτι τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶναι ἁπλωμένο σ’ ὅλη τὴν ῾Ελλάδα.
Καὶ θέλω νὰ πῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι, μιὰ στιγμή, ὄντας μόνος στὸ Ὄρος, δηλαδὴ ὄντας μαζὶ μὲ ὅλο τὸν κόσμο, λέει κανεὶς αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἄσωτος υἱός, ὅτι «πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι». Πόσος πλοῦτος ὑπάρχει στὴν παράδοσί μας, πόση ἐλευθερία, πόση δυνατότητα νὰ χαροῦμε τὴ ζωή μας! Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἐμεῖς πεινᾶμε καὶ ὑποφέρουμε!
Στὴ συνέχεια νοιώθω τὸ ἑξῆς, ὅτι στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔρχονται πολλοὶ θρησκευόμενοι ποὺ δὲν νοιώθουν τίποτα, κι ἔρχονται πολλοὶ ἄσχετοι οἱ ὁποῖοι συγκλονίζονται, κι ἔρχονται πολλοὶ πολιτικοὶ… Πολλοὶ θρησκευόμενοι ἐξ ἐπαγγέλματος δὲν καταλαβαίνουν, πολλοὶ ἀνήσυχοι συγκλονίζονται· οἱ περισσότεροι πολιτικοὶ δὲν καταλαβαίνουν τίποτα. Καὶ λές: «Τί γίνεται μὲ τὴν ῾Ελλάδα, καὶ τί γίνεται μὲ τὴν Εὐρώπη;» Κι ἐγὼ τώρα αὐτὸ ποὺ σᾶς λέω εἶναι μιὰ ἐξομολόγησι. Καὶ λέω ὅτι ἔχει ἕνα χρέος μεγάλο ὁ ῞Ελληνας φοιτητὴς σήμερα: νὰ εἶναι Ἕλληνας Ὀρθόδοξος φοιτητής. ᾿Εκεῖ ἔχουμε κάποιες δυνατότητες ποὺ δὲν ἔχουν οἱ ἄλλοι, καὶ ὀφείλομε ἁπλῶς νὰ εἴμαστε αὐτὸ ποὺ λέει ἡ παράδοσί μας.

Καὶ θυμᾶμαι μιὰ φορὰ ποὺ εἶχα πάει στὴν Κρήτη σ’ ἕνα χωριό, στὰ ᾿Ανώγεια· καὶ εἶχαν ἔρθει κάτι γριὲς γιὰ ἐξομολόγησι. Κι ὅταν τέλειωσε, καὶ μοῦ λέει ἡ γριά, μιὰ γριά, μιὰ εὐχή: «Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου», μετὰ ἦρθε μιὰ ἄλλη γριά: «Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου». Κι ἐγὼ παραξενεύτηκα, καὶ λέω: «Μά, τί εἶναι αὐτὴ ἡ εὐχή;» Καὶ μοῦ λένε: «Ἔτσι τὸ λέμε. Γιὰ κάποιο γονιό, μάνα ἢ πατέρα, λέμε: «Να χαίρεσαι τὰ παιδιά σου», γιατὶ ἡ χαρὰ γιὰ τοὺς γονιοὺς εἶναι τὰ παιδιά τους. Κι ὅταν κανεὶς εἶναι παπάς, τοῦ λέμε: «Νὰ χαίρεσαι τὴν ἱερωσύνη σου». Κι ὅταν κανεὶς εἶναι καλόγερος ἢ καλογριά, τοῦ λέμε: «Νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου». Αὐτὴ ἡ εὐχή, «νὰ χαίρεσαι τὸν σταυρό σου», νομίζω ὅτι εἶναι ἕνα πράγμα τόσο μεγάλο καὶ τόσο βαθύ, ποὺ θυμίζει θεολογία τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ. Καὶ λέω ἐγώ: «Μὰ πῶς, νὰ γεννηθῶ στὴν Κρήτη, καὶ νὰ μεγαλώσω καὶ νὰ ζήσω ἐρήμην τῆς Κρήτης καὶ ἐρήμην τῆς παραδόσεώς μας!  Γιατὶ μᾶς ἔχουμε νὰ εἴμαστε ἀλλοδαποὶ στὸν τόπο μας;»

Καὶ στὴ συνέχεια, ἐσεῖς εἶστε γείτονες σ’ αὐτὴν τὴν περιοχή, ποὺ εἶστε ἀπὸ ὅλη τὴν ῾Ελλάδα. Εἶστε γείτονες τῆς περιοχῆς ὅπου γεννήθηκε καὶ ἔδρασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός. Καὶ λέω: Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, μ’ αὐτὸν τὸν χαρακτήρα του, δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ -ἔτσι μοῦ φαίνεται- νὰ εἶναι ἕνας γερμανόφωνος Ρωμαιοκαθολικός. ᾿Αλλ’ εἶναι ἕνας Ρωμιός, καὶ εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι «τὸ κακὸ θὰ ἔρθη ἀπὸ τοὺς διαβασμένους». Δὲν εἶπε ὅτι θὰ ἔρθη ἀπὸ τοὺς μορφωμένους. Κι εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος κατέβηκε στὸ κήρυγμα μιὰ στιγμὴ ποὺ ὅλος ὁ κόσμος εἶχε ἀπογοητευτῆ, κι αὐτὸς ὁ ἕνας ἄνθρωπος εἶπε «σταματῆστε», καὶ σταμάτησαν. Ὅταν λέμε ὅτι εἶχαν ἀπογοητευτῆ, σημαίνει ὅτι ὁλόκληρες μητροπόλεις, μὲ τοὺς μητροπολίτες καὶ μὲ τοὺς παπάδες, γινότανε μουσουλμάνοι. Καὶ κατέβηκε ἕνας καλόγερος, καὶ ἔσωσε τὸν κόσμο. Γιατὶ δὲν ἦταν ἕνας καλόγερος, ἀλλ’ ἦταν ἕνας ἀληθινὸς ἄνθρωπος· καὶ δι’ αὐτοῦ εἶχε κατέβει ὅλη ἡ ᾿Εκκλησία, καὶ μιλοῦσε ὅλη ἡ ᾿Εκκλησία. Δὲν ἔκανε αὐτὸς νεωτερισμούς, αὐτὸς δὲν ἔκανε ἐξυπνάδες, ἀλλὰ δι’ αὐτοῦ μίλησε ὅλη ἡ παράδοσι. Κι ἔτσι, τί θέλω νὰ πῶ: ὅτι ἡ δικιά μας ἡ πίστι δίδει σημασία στὸν ἄνθρωπο, κι ὁ καθένας ἄνθρωπος δὲν εἶναι τμῆμα τοῦ ὅλου, ὁ καθένας ἄνθρωπος εἶναι ὁλόκληρη ἡ ᾿Εκκλησία.
Κι αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ συμφοιτητής σας, ὁ συσπουδαστής σας, στὴν ἀρχή, ὅτι «βασανιζόμαστε», τὸ καταλαβαίνω. Κι ὅταν λέμε «βασανίζεστε», σημαίνει ὅτι ἔχετε μιὰ ὑγεία μέσα σας, καὶ βασανίζεται ὅλος ὁ κόσμος, κι ἐλευθερώνεται μόνο ζώντας μέσα στὴν Ὀρθόδοξη ᾿Εκκλησία. Καὶ σᾶς φέρνω πάλι σὰν παράδειγμα τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό. Αὐτὸς ὁ ἕνας, ὁ μεγάλος, ὁ σίφουνας, ποὺ ἔσωσε τὸν Ἑλληνισμὸ ἐκείνη τὴν περίοδο τὴ δύσκολη, ξέρετε τί ἤτανε; Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἁπλός, ἀδύνατος, θὰ ἔλεγα δειλός, γι’ αὐτὸ ἤτανε πάντολμος. Κι ἔλεγε ὅτι «ἐγώ, ἀδελφοί μου, δὲν εἶμαι ἱκανός, ὄχι νὰ σᾶς μιλήσω, ἀλλ’ οὔτε νὰ προσκυνήσω τὰ ποδάρια σας, γιατὶ βλέπω ὅτι εἶστε βαπτισμένοι καὶ μυρωμένοι». Μετά, στὴ συνέχεια, λέει: «Ἀλλά, ἐπειδὴ ὅμως βρίσκεται τὸ γένος μας σ’ αὐτὴ τὴν ἀνάγκη, γι’ αὐτό, εἶπα νὰ κατέβω κάτω, καὶ νὰ πῶ μερικὰ λόγια, ὅ,τι ξέρω». Στὴ συνέχεια τοὺς λέει: «Κοιτάξτε, δὲν ἔχω τίποτα δικό μου, ἕνα ράσο ἔχω, κι αὐτὸ τὸ ἔχω γιὰ σᾶς, ὅλα, ὅ,τι ἔχω, εἶναι γιὰ σᾶς· κι ἔχω ἕνα σκαμνὶ στὸ ὁποῖο πατῶ ἐπάνω· καὶ τὸ σκαμνὶ αὐτὸ τὸ λένε θρόνο· ἄλλοι τὸ λένε σκαμνί. Νὰ σᾶς πῶ τί εἶναι; Δὲν εἶναι οὔτε σκαμνί, οὔτε θρόνος, ἀλλ’ εἶναι ὁ τάφος μου· καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν τάφο μιλάει ὁ νεκρὸς ὁ ἑαυτός μου. Κι ἂν ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ σᾶς πῶ τίποτα, μὲ σώζει αὐτὸς ποὺ μπορεῖ νὰ διδάξη ὅλη τὴν οἰκουμένη, ἀρχιερεῖς, βασιλεῖς, καὶ ὅλο τὸν κόσμο».

Ὁπότε, βλέπετε τὴν παρουσία τοῦ ἀνθρώπου διὰ τῆς Ὀρθοδόξου ᾿Εκκλησίας: «Εἶμαι ἀδύνατος καὶ ἀνίκανος νὰ φιλήσω τὰ ποδάρια σας». Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά: «ὁ νεκρὸς ἑαυτός μου μπορεῖ νὰ διδάξη ὅλον τὸν κόσμο». Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμι τῆς πίστεώς μας.
Στὴ συνέχεια λέει τὸ ἑξῆς: «᾿Εὰν τυχὸν κανεὶς ἀδίκησε κάποιον, εἴτε αὐτὸς εἶναι Ρωμιός, Ἕλληνας,  εἴτε εἶναι Τοῦρκος, εἴτε εἶναι ῾Εβραῖος, εἴτε εἶναι Φράγκος, ὅ,τι πῆρε, ὅ,τι ἔδωσε, νὰ τὸ γυρίση πίσω, γιατὶ τὸ ἄδικο δὲν εὐλογεῖται». Βλέπετε ὅτι εἶναι ξεκάθαρος. Δὲν λέει ὅτι «κοιτάξτε, τώρα εἶναι μιὰ περίοδος δύσκολη, ὅλοι σᾶς κλέβουν, κλέψτε καὶ ἐσεῖς». Ὄχι. «Πρέπει νὰ τὸ γυρίσετε πίσω». Καὶ ἡ ἐντιμότης του εἶναι ποὺ σώζει τὴν ὅλη ὑπόθεσι. Κι εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔλεγε: «Νὰ μὴν ἔχετε ὅπλα, νὰ τὰ δώσετε, καὶ νὰ κάνετε ὑπακοὴ στοὺς ζαπιτάδες (στοὺς χωροφύλακες)· καὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ ζητοῦν τὰ δοσίματα, νὰ δίνετε τὰ δοσίματα». Κι ἔτσι, καὶ οἱ Τοῦρκοι εἶπαν ὅτι αὐτὸς εἶναι καλός. ᾿Αλλ’ αὐτὸς ποὺ ἦταν καλὸς εἶναι ποὺ τοὺς ἔκλεισε τὸ σπίτι, ἀκριβῶς γιατὶ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀληθινός, -ξέρετε τί γίνεται;- δὲν  εἶχε βάσανα, ἀλλὰ χάρηκε τὴ ζωή του. Ὅπως εἶχε πῆ σ’ ἕνα χωριό: «῏Ηρθα ἐδῶ πέρα, καὶ σᾶς ἀπόλαυσα». Καὶ αὐτὸ ποὺ λέει «σᾶς ἀπόλαυσα», μοῦ θυμίζει μιὰ εὐχὴ στὸ Εὐχέλαιο ποὺ λέει ὁ ἱερεὺς ὅτι «εὐχαριστῶ τὸν Θεό, ποὺ προχώρησα στὰ ἐνδότερα τοῦ Θυσιαστηρίου καὶ «ἀπολαῦσαι τῆς θείας Λειτουργίας», καὶ ἀπήλαυσα τὴ θεία Λειτουργία».
Ὁπότε, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ζώντας στὸ Ἅγιον Ὄρος, νοιώθοντας τὴ δύναμι τῆς πίστεώς μας, μιὰ δύσκολη στιγμὴ βγῆκε ἔξω, καὶ ἔσωσε τὸ Γένος ὁλόκληρο. Κι ἐνῶ, βλέπετε, ἦταν τόσο ταπεινός, ἔνοιωθε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ φιλήση τὰ ποδάρια τοῦ ἄλλου, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἔνοιωθε ὅτι «κοιτάξτε, αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω εἶναι λόγια τοῦ Θεοῦ· ἂν κατέβαινε ὁ Θεός, θὰ σᾶς ἔλεγε τὰ ἴδια». Καί: «ὁ νεκρὸς ἑαυτός μου μπορεῖ νὰ διδάξη ὅλον τὸν κόσμο». Ὁπότε, ὅταν ἔφτασε στὸ τέλος ἡ στιγμὴ τοῦ μαρτυρίου του, ὅταν τὸν πρόδωσαν οἱ Ἑβραῖοι, γιατὶ πολὺ τοὺς χτύπαγε, ἐπειδὴ χαλοῦσαν τὴν ἀργία τῆς Κυριακῆς, ἐκεῖνος εἶπε: «Μὴ μὲ δέσετε. Δὲν ἀντιστέκομαι. Ὁ θάνατός μου εἶναι μέσα στὸ πρόγραμμα τῆς ζωῆς μου». Καὶ ἔτσι παρέδωσε τὸ πνεῦμα του, καὶ μπῆκε στὴν αἰωνιότητα, καὶ μένει μαζί μας. Καὶ βλέπετε ὅτι, ὅπου πέρασε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἔχουν ὑψώσει ἕνα σταυρό, γιατὶ πέρασε ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, γιατὶ ἔπεσε ἕνα ἀστροπελέκι, καὶ ἔχει διαλύσει τὰ πάντα, καὶ ἔχει ἁγιάσει τὰ πάντα.

Κι ἐγὼ λέω τὸ ἑξῆς: τὸ ὅτι ἐσεῖς εἶστε νέα παιδιὰ καὶ εἶστε σήμερα στὴν Πάτρα σπουδαστὲς εἶναι μεγάλο πράγμα. Τὸ ὅτι βασανίζεστε εἶναι μεγάλο πράγμα. Τὸ ὅτι δυσκολεύεστε, ἐπίσης. ᾿Αλλ’ ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς πῶ ὅτι εἶναι μακάριοι καὶ εὐλογημένοι οἱ βασανισμένοι. Γιατὶ ὑπάρχει δυνατότης νὰ ἀναπαυθοῦμε. Κι εἶναι μακάριοι οἱ διψασμένοι, γιατὶ μπορεῖ νὰ ξεδιψάσουνε.
Νὰ σᾶς πῶ κάτι ἄλλο: Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ Ἅγιον Ὄρος -κι ὅταν λέω «Ὄρος» ἐννοῶ τὴν Ὀρθόδοξη ‘Εκκλησία-, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἡ λογικὴ καὶ ἡ χάρις τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τῶν Ἁγίων μας, θὰ ἤμασταν καταδικασμένοι σ’ ἕνα βάσανο. Σᾶς λέω ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἤμουνα στὴν ᾿Αμερική. Καὶ μοῦ ἔκανε ἐντύπωσι πόσο τὰ πράγματα εἶναι πλούσια, πόσο οἱ δρόμοι τεράστιοι, πόσο τὰ σπίτια σὰν νἆναι ζωγραφιὰ καὶ καρτ-ποστάλ: τὸ σπίτι, τὸ γρασίδι, τὸ δέντρο, τὰ αὐτοκίνητα. Καὶ στὴ συνέχεια, ὅταν εἶδα μερικοὺς ἀνθρώπους, ἔνοιωσα πὼς μέσα σ’ αὐτὴ τὴν τάξι, τὴν καθαριότητα, ἐκεῖ ποὺ δὲν λείπει τίποτα, λείπουν ὅλα, καὶ ὅλα μιὰ στιγμὴ εἶναι ἄοσμα, ἄγευστα καὶ ἄχρωμα. Καὶ μοῦ λέει κάποιος ὅτι, ἐνῶ τὰ εἶχε ὅλα, ὅτι «δὲν ἔχω διάθεσι γιὰ ζωή, καὶ θέλω νὰ τελειώσω». Καὶ βλέπω πάλι μιὰ ἄλλη, ἐκεῖ πέρα στὸ ξενοδοχεῖο, ποὺ ἦταν στὴ reception, καὶ πάλι εἶπε τὸ ἴδιο.
Βλέπει κανεὶς ὅτι αὐτὴ ἡ λογικὴ ποὺ ἔχουμε πολλὲς φορές, ποὺ λέμε νὰ ἀνεβάσουμε τὸ βιοτικὸ επίπεδο, νὰ τὸ ἀνεβάσουμε. «Νὰ μποῦμε στὴν Εὐρώπη, γιὰ νὰ ἔχουμε ἕνα νόμισμα καὶ νὰ εἴμαστε πλούσιοι», νἄμαστε πλούσιοι. ᾿Αλλὰ ἐγὼ βλέπω τὸ ἑξῆς: ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτι παράξενο, ποὺ δὲν χορταίνει μὲ τὰ πλούτη. Κι ἂν τοῦ λύσης ὅλα τὰ προβλήματα ἢ νομίζη ὅτι τοῦ τὰ λύσης, τότε εἶναι ποὺ μπῆκες στὸ ἄλυτο πρόβλημα. Κι ἐγὼ βλέπω ὅτι οἱ Σουηδοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἴσως τὸ ἀνώτερο βιοτικὸ ἐπίπεδο στὴν Εὐρώπη, εἶναι αὐτοὶ ποὺ αὐτοκτονοῦν περισσότερο. Καὶ μιὰ στιγμὴ βλέπεις ὅτι τὰ ἔχεις ὅλα, καὶ δὲν ἔχεις τίποτα.

Ὁπότε, ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἕνα ὂν παράξενο. Ὅταν πλησιάσης αὐτὸν τὸν παράδεισο τὸν κοσμικό, νοιώθεις ὅτι δὲν σοῦ λέει τίποτα. Κι ἂν ἔχης μέσα σου τὴ φλόγα τοῦ Θεοῦ, κι ἂν τυχὸν θυσιάζεσαι γιὰ τὸν ἄλλον, κι ἂν τυχὸν ζῆς ὅπως ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, κι ἂν ἔχης ταπείνωσι, τότε εἶσαι μέσα στὸν Παράδεισο. Τότε καμμιὰ ἐπίθεσι, καμμιὰ κόλασι δὲν μπορεῖ νὰ σὲ βλάψη. Τότε συμβαίνει αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος ᾿Ισαὰκ ὁ Σῦρος, ὅτι ἀποκτᾶ κανεὶς δυνατὸ στομάχι, καὶ χωνεύει κάθε μιὰ τροφή, κάθε μιὰ δυσκολία τοῦ κάνει καλό. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ θάνατος μᾶς κάνει καλό.
Ξέρετε ὅτι ὁ ἄνθρωπος ζητάει τὴν ἐπιτυχία, ζητάει τὴν πρόοδο. Θέλει ἕνα παιδὶ νὰ τελειώση τὸ δημοτικό, νὰ τελειώση τὸ γυμνάσιο, τὸ λύκειο, νὰ πάει στὰ Τ.Ε.Ι., νὰ πάη στὸ πανεπιστήμιο, καὶ νὰ προχωρήση. Στὴ συνέχεια, ἂν τυχὸν κανεὶς ἀξιωθῆ καὶ πάρη καὶ τὸ βραβεῖο Νόμπελ, βλέπετε ὅτι τὸ ἴδιο πεινᾶ καὶ διψᾶ τὴν πρόοδο. Ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος: «᾿Επιποθῶ τοῦ πλείονος καὶ πάντοτε στενάζω». «᾿Επιποθῶ», θέλω, ποθῶ συνέχεια καὶ περισσότερο, καὶ διαρκῶς στενάζω. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει -εἴτε πιστεύει, εἴτε δὲν πιστεύει, αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα- ἔχει μέσα του τὴν πνοὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ λέγει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὅτι «ὑπάρχει μιὰ μικρὴ χαρὰ ποὺ περιγελᾶ τὸν θάνατο». Κι ἂν τυχὸν ὅλα τὰ κερδίσουμε καὶ δὲν κερδίσουμε ἐκείνη τὴ χαρὰ ποὺ περιγελᾶ τὸν θάνατο, τότε νομίζω ὅτι εἴμαστε ἐξ ἴσου ἀποτυχημένοι, εἴτε εἴμαστε πλούσιοι εἴτε εἴμαστε φτωχοί, εἴτε εἴμαστε γραμματισμένοι εἴτε εἴμαστε ἀγράμματοι.
Τώρα, αὐτὸ ποὺ λένε γιὰ τὴν Εὐρώπη ἢ τὸ ὅτι μπαίνουμε στὴν Εὐρώπη, ἐγὼ τὸ παίρνω σὰν κάτι δεδομένο καὶ -νὰ σᾶς πῶ κάτι;- σὰν κάτι καλό. Στὴ συνέχεια, αὐτὸ ποὺ δὲν χρειάζεται νὰ κάνουμε, γιατὶ εἶναι ἁμαρτία πρὸς τὴν παράδοσί μας, καὶ ταυτόχρονα ἀδικοῦμε καὶ τοὺς Εὐρωπαίους, εἶναι, ὅταν μπαίνουμε στὴν Εὐρώπη, εἶναι ἄσχημο νὰ μιλᾶμε τὴ γλώσσα καὶ νὰ ἔχουμε τὴ λογικὴ τῆς Εὐρώπης. Ἡ Εὐρώπη εἶναι πλούσια, καὶ ταυτόχρονα εἶναι πάρα πολὺ φτωχή. Ὁ δυτικὸς πολιτισμὸς εἶναι πολὺ προχωρημένος, καὶ ταυτόχρονα εἶναι μέγας ἐπαρχιωτισμός. Μέσα ἐδῶ, στὴν παράδοσί μας, ὑπάρχει κάτι, κάτι ἂν θέλετε τὸ τρελό, τὸ μωρό, αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος, ὅτι «τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἐξελέξατο ὁ Θεός». Κάτι τὸ τρελό, κάτι τὸ φτωχό, κάτι τὸ ἀνύπαρκτο, ποὺ διαλύει ὅλα καὶ δίδει σημασία καὶ ἀξία στὸν ἄνθρωπο. Ξέρετε, αὐτὸ ποὺ λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητής, ὅτι ὁ καθένας εἶναι ἐν σμικρῷ ᾿Εκκλησία.

Γι’ αὐτό, λέω τὸ ἑξῆς: ᾿Εὰν τυχὸν ἐσεῖς διαβάσετε τὸν βίο, τὴν πολιτεία καὶ τὶς διδαχὲς τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, θὰ δῆτε ὅτι τὰ καταλαβαίνετε, γιατὶ ἔχετε γεννηθῆ μέσα σ’ αὐτὴν τὴν παράδοσι. ᾿Εὰν τὰ διαβάση κάποιος ἄλλος, δηλαδὴ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς πλούσιους τοὺς Εὐρωπαίους, ποὺ τυχαίνει μιὰ στιγμὴ νὰ τὰ ἔχουν ὅλα καὶ νὰ τοὺς λείπουν ὅλα, δὲν θὰ καταλάβη αὐτὴ τὴ λογική. Γι’ αὐτό, νομίζω ὅτι τὸ χρέος μας εἶναι νὰ τραφοῦμε ἀπ’ αὐτὴ τὴ λογική, τὴν ᾿Ορθόδοξη, νὰ χαροῦμε τὴ ζωή μας, νὰ χαροῦμε τὶς δυσκολίες μας· ἂν θέλετε, νὰ χαροῦμε τὸν θάνατό μας, δηλαδὴ νὰ γίνουμε σὰν τὴ χαρὰ ποὺ ξεπερνᾶ τὸν θάνατο. Καὶ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νομίζω ὅτι νοιώθουμε ὅτι πράγματι ὁ Θεὸς «καλὰ λίαν εποίησε τὰ πάντα». Καὶ σ’ αὐτὴ τὴν περίπτωσι ἐξοφλοῦμε καὶ τὸ χρέος ποὺ ἔχουμε πρὸς ὅλους: καὶ πρὸς τοὺς Εὐρωπαίους καὶ πρὸς τοὺς Ἀμερικάνους καὶ πρὸς τοὺς πολιτισμένους καὶ πρὸς τοὺς ἀπολίτιστους· ὅπως λέει ὁ Απόστολος Παῦλος: «῞Ελλησί τε καὶ βαρβάροις ὀφειλέτης εἰμί»: Καὶ στοὺς Ἕλληνες καὶ στοὺς βαρβάρους εἶμαι ὀφειλέτης.

Θἄθελα νὰ σταματήσω. Καὶ θἄθελα νὰ συνεχίσουμε μὲ τὴ συζήτησι. Δὲν ξέρω ἂν ἤτανε ἀρκετὸ αὐτὸ τὸ ἔναυσμα ποὺ ἔδωσα. Θέλω μόνο πάλι αὐτὸ νὰ πῶ (σὰν παράδειγμα φέρνω τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό) ὅτι ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ ν’ ἀπολαύση τὴ ζωή του, ἂν τυχὸν ἀποφασίση νὰ τὴ θυσιάση γιὰ τοὺς ἄλλους. Καὶ ἂν τυχὸν αὐτὸ γίνη, τότε ἀπὸ τώρα μπαίνει μέσα στὴν αἰωνιότητα, καὶ μπορεῖ νὰ καταλάβη τί σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Τριαδικός, εἶναι τρία πρόσωπα καὶ εἶναι ἕνας Θεός· καὶ ὅτι μπορεῖ νὰ καταλάβη τί σημαίνει ὅτι ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ἡ ἑνότης ἡ Τριαδική, ἡ ὁποία ἱερουργεῖται μέσα ἐδῶ. Τότε μπορεῖ νὰ καταλάβη τί σημαίνει ὅτι «ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός μου». ᾿Ενῶ, ἀντίθετα, ἐὰν τυχὸν ἐγὼ φροντίζω μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μου, τότε πνίγω τὸν ἑαυτό μου, γιατὶ τὸν χωρίζω ἀπ’ ὅλους τοὺς ἄλλους. Γι’ αὐτό, λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ κάθε ἕνας ἄνθρωπος, ἀλλά – ταυτόχρονα- ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος εἶναι μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ· καὶ γι’ αὐτό, «εἷς ἄνθρωπος κατωνομάσθη τὸ πᾶν», ἕνας ἄνθρωπος εἶναι ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Κι ἂν τυχὸν κανεὶς ζῆ μὲ τὸ παράδειγμα τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τότε νοιώθει ὅτι, ὄντας ἐλάχιστος καὶ μὴ ὄντας ἄξιος νὰ φιλήση τὰ πόδια τοῦ ἄλλου, ταυτόχρονα εἶναι μεγάλος καὶ δυνατός, γιατὶ ὁ νεκρὸς ἑαυτός του μπορεῖ νὰ κηρύξη καὶ νὰ διδάξη ὅλο τὸν κόσμο. Ὁπότε, αὐτὸς ὁ συνδυασμὸς τῆς ἀδυναμίας καὶ τῆς δυνάμεως -θἄλεγα «τῆς ἡσυχίας»-, τὸ νὰ μείνω μόνος καὶ νὰ εἶμαι μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους, εἶναι ἕνα δῶρο ποὺ γίνεται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη ‘Εκκλησία.
Θυμᾶμαι μιὰ γριὰ ῾Ελληνίδα ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι στὴ Μασσαλία. Δούλευε σ᾿ ἕνα ἑστιατόριο. ᾿Εγέρασε, καὶ πῆρε σύνταξι, κι ἔμενε στὸ σπίτι της. Καὶ μοῦ λέει ὅτι «πολλοὶ μὲ λυποῦνται τώρα. Καὶ μοῦ λένε: ¨Κυρα-Κατίνα, τί κάνεις τώρα μόνη σου;» Καὶ ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς πῶ ὅτι τώρα ποὺ εἶμαι μόνη μου περνῶ τὴν καλύτερη περίοδο τῆς ζωῆς μου, γιατὶ συνέχεια λέω τὴν εὐχή: «Κύριε, ᾿Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με»· καὶ ταυτόχρονα διαβάζω βίους Ἁγίων». Ὁπότε, βλέπετε ὅτι ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ ἕνας νὰ τὰ ἔχη ὅλα, σπίτια τέλεια, αὐτοκίνητα τῆς τελευταίας τεχνολογίας, καὶ νὰ μὴν ἔχη ὄρεξι νὰ ζήση. Καὶ ἡ ἄλλη, ἡ κυρα-Κατίνα, ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι διωγμένη, νὰ ἔχη πεθάνει ὁ ἄντρας της καὶ νὰ μένη μόνη σ’ ἕνα δωματιάκι, καὶ νὰ νοιώθη ὅτι βρίσκεται μέσα στὸν Παράδεισο. Ὁπότε, αὐτὸ εἶναι ποὺ χαρίζει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Δηλαδή, ὄχι μόνο μπορεῖ κανεὶς νὰ χαρῆ εὐαίσθητα καὶ σωστὰ τὶς εὐλογίες τῆς ζωῆς, ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχη μέσα του αὐτὴ τὴν εὐαισθησία καὶ τὴ χαρὰ ἡ ὁποία περιγελᾶ τὸν θάνατο καὶ ἡ ὁποία κάνει τὶς δυσκολίες, τὰ γεράματα καὶ τὸν θάνατο μεγάλη εὐλογία.
Αὐτὰ λοιπόν, καὶ ἀκούω ἐσᾶς τώρα.

Συζήτησι

Ἐρώτησι: …Εἴπατε ὅτι ἐμεῖς ἔχομε τὴν παράδοσί μας. Πολὺ σωστά, πολὺ ὡραῖο αὐτό, καὶ πρέπει νὰ τὴν κρατᾶμε τὴν παράδοσί μας. ᾿Αλλὰ ἐγὼ κάποτε, ὅταν διάβασα ἕνα κείμενο μὲ τὴν σοφία καὶ ἄλλων λαῶν, ἐκεῖ μέσα εἶδα ὅτι ὁ Χρυσὸς Κανόνας, αὐτὸ ποὺ λέτε ἐσεῖς: «Νὰ μὴ σοῦ κάνουν ἐσένα, νὰ μὴ τὸ κάνης ἐσὺ στοὺς ἄλλους», τὸ ἴδιο καὶ σὲ ἄλλους λαούς. Τὸ ἔχουν οἱ Ἑβραῖοι, νομίζω τὸ ἔχουν καὶ οἱ Βουδιστές, οἱ Ἰνδοί, τὸ ἔχουν κι ἄλλοι. Δηλαδή, δὲν μποροῦμε, ἔχουμε τὴν ἰδιαιτερότητά μας, ἀλλὰ πρέπει νὰ μελετᾶμε κι αὐτὰ ποὺ λένε καὶ οἱ ἄλλοι λαοί. Νὰ μένουμε, νομίζω, ἐμεῖς μὲ τὴ δική μας ταυτότητα παντοῦ, ἀλλὰ ταυτόχρονα νὰ προσέχουμε καὶ τοὺς ἄλλους λαούς. Πιστεύω ὅτι ὑπάρχει μιὰ παγκοσμιότητα…

Ἀπάντησι: Σαφῶς, ἐν τάξει… εἶμαι σύμφωνος. Νὰ σᾶς πῶ κάτι; ᾿Εὰν τυχὸν δὲν ἦταν ἔτσι, ἐὰν τυχὸν ἡ ᾿Ορθοδοξία δὲν ἦταν ἡ Μία, ῾Αγία, Καθολικὴ καὶ ᾿Αποστολικὴ ᾿Εκκλησία, ἐγὼ δὲν θὰ ἔλεγα αὐτὰ τὰ πράγματα. ᾿Αλλὰ σᾶς λέω ὅτι ἡ Ὀρθόδοξή μας πίστι σέβεται ὅλους, καὶ ἀνακεφαλαιώνει τὸ ὅλον. ᾿Εὰν θέλετε νὰ σᾶς τὸ πῶ σαφέστερα, σᾶς λέω τὸ ἑξῆς: Μιὰ φορά, τότε ποὺ εἴχαμε τὴν ἐπαφὴ μὲ κάποιους ἀναρχικούς, τοὺς λέω: «Κοιτάξτε, ὁ ἄνθρωπος εἶναι τόσο μεγάλος, ποὺ δὲν χωρᾶ σὲ κανένα κόμμα, σὲ καμμιὰ θρησκεία, σὲ καμμιὰ φιλοσοφία· ἂν θέλετε, δὲν χωρᾶ οὔτε στὴν Ὀρθοδοξία. Κι ἐπειδὴ ἡ ᾿Ορθοδοξία μὲ βοηθᾶ νὰ εἶμαι μὴ Ὀρθόδοξος, γι’ αὐτὸ εἶμαι Ὀρθόδοξος. Καὶ στὴν Ἐκκλησία δὲν λατρεύουμε τὸν Θεό, ἀλλὰ λατρεύουμε τὸν Ὑπέρθεο. Ὁπότε, ὅταν παρακολουθοῦμε τὴ Μεγάλη ῾Εβδομάδα, κι ὅταν ὁ ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας θυσιάζεται γιὰ ὅλους, καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ Τὸν σταυρώνουν, ὅταν ἀντιδρᾶ πρὸς τὸν ᾿Απόστολο Πέτρο καὶ λέη: «Βάλε τὸ σπαθί, τὸ μαχαίρι, στὴ θήκη του, γιατὶ δὲν ἤρθαμε νὰ χτυπήσουμε τοὺς ἐχθρούς, δὲν ἔχουμε ἐχθρούς. Ἔρχομαι νὰ καταργήσω τὴν ἔχθρα»· κι ὅπως λέει ἡ ἀκολουθία, «καὶ πάντα ὑπομείνας, ἅπαντας ἔσωσε», ὅταν γίνεται αὐτό, τότε νοιώθεις, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει Μία, ῾Αγία, Καθολικὴ καὶ ᾿Αποστολικὴ ᾿Εκκλησία. ᾿Εδῶ μᾶς δίδεται αὐτὸ τὸ παράδειγμα, ὅτι θυσιάστηκε ὁ Θεὸς τῆς πίστεώς μας, ὄχι γιὰ νὰ σώση μερικούς, οὔτε γιὰ νὰ σώση τὸν ἑαυτό Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ σώση τὴν οἰκουμένη. Καὶ ἐφ᾿ ὅσον εἶναι ἔτσι, τότε ἀναπαύεται κι ὁ καθένας ἄνθρωπος.
Κι αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος… Λέει: «Γνώρισα ἕναν ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος ἀγαποῦσε τόσο πολὺ τοὺς ἀδελφούς του, ποὺ ἔλεγε: «Θεέ μου, θέλω νὰ σώσης τοὺς ἀδελφούς μου· καὶ νὰ σώσης ὅλους τοὺς ἀδελφούς μου. Κι ἂν τυχὸν δὲν τοὺς σώσης ὅλους, δὲν θέλω νὰ σώσης οὔτε ἐμένα. Γιατὶ δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω τί σημαίνει Παράδεισος χωρὶς τοὺς ἀδελφούς μου»». Ὁπότε, βλέπετε ὅτι ἡ λογικὴ τῆς πίστεώς μας, ἡ λογικὴ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, εἶναι τέτοια, ποὺ ἀναπαύει τὸν ἄνθρωπο, γιατὶ ἀναπαύει τὴν ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη.
᾿Αλλ’ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, αὐτὸ ποὺ λέτε, ψήγματα καὶ κομμάτια ἀλήθειας ὑπάρχουν παντοῦ. ᾿Αλλὰ ἔχει σημασία νὰ βρῆς τὸ ὅλον. Γι’ αὐτό, ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ὁποῖος ἐπίστευε, ὁ ὁποῖος ζοῦσε ὅλη αὐτὴ τὴ χάρι, εἶπε καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι… ἐνῶ ἔκανε τὸν ἀγράμματο, γιὰ νὰ πλησιάση τοὺς ἀγράμματους, μιὰ στιγμὴ λέει: «Κοιτάξτε, ἔχω διαβάσει ὅλα τὰ βιβλία, ὅλες τὶς πίστες, ἔχω βρῆ ὅτι ὅλες εἶναι κάλπικες, κι ἡ δική μας εἶναι ἀληθινή». ᾿Αλλ’ ἐὰν τυχὸν ζήσης μέσα στὴ θεία Λειτουργία καὶ τὴ Μεγάλη Εβδομάδα τὴν Ὀρθόδοξη πίστι, τότε καταλαβαίνεις ὅτι αὐτὴ ἡ ζωὴ κι αὐτὴ ἡ θεία Λειτουργία κι αὐτὴ ἡ Μεγάλη ῾Εβδομάδα ποὺ ὁδηγεῖ στὸ Πάσχα εἶναι εὐλογία γιὰ ὅλο τὸν κόσμο.

Ἐρ.: Θὰ ἤθελα νὰ ρωτήσω τί ἐννοοῦσε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὅταν ἔλεγε ὅτι «μιλάει μέσα ἀπὸ τὸν τάφο ὁ νεκρὸς ἑαυτός μου», ἀπὸ τὸ σκαμνί…
Ἀπ.: Εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε ὅτι ὁ βρεγμένος δὲν φοβᾶται τὴ βροχή, κι ὁ σκοτωμένος δὲν φοβᾶται καμμιὰ ἀπειλή. Καὶ νομίζω ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς εἶναι αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Κύριος, ὅτι: «ὅποιος θέλει νὰ σώση τὴν ψυχή του, θὰ τὴ χάση· καὶ ὅποιος τὴ χάση, «ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου», αὐτὸς θὰ τὴ σώση». Ὁπότε, διὰ τῆς ἀπωλείας φτάνουμε στὴν εὕρεσι, καὶ διὰ τοῦ μίσους τοῦ ἑαυτοῦ μας φτάνουμε στὴν ἀληθινὴ ἀγάπη.
Νομίζω ἐπίσης κάτι ἄλλο, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἕναν δυναμισμὸ κεκρυμμένο, ὅπως εἶναι ὁ σπόρος, ὁ ὁποῖος, ἐὰν δὲν πεθάνη στὴ γῆ τὴ γόνιμη, «αὐτὸς μόνος μένει»· ἐὰν δὲ ἀποθάνη, φέρει πολὺ καρπό. ᾿Εὰν τυχὸν ὁ ἄνθρωπος λατρέψη τὸν ἑαυτό του, αὐτοπροβάλλεται, λιβανίζει τὸν ἑαυτό του, τότε πνίγει τὸν ἑαυτό του. ᾿Εὰν τυχὸν ἔχη σὰν σκοπὸ νὰ τὰ δώση ὅλα γιὰ νὰ ἀναπαυθῆ ὁ ἀδελφός του, ἤδη μπῆκε μέσα στὴν αἰώνια ζωή. Γιατὶ ζῆ γιὰ τὸν ἀδελφό του, καὶ ὁ ἑαυτός του εἶναι ὅλοι οἱ ἄλλοι.
Καὶ νομίζω ὅτι ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς, εἶχε αὐτὴ τὴν ἀγάπη, γι’ αὐτὸ εἶχε καὶ αὐτὴ τὴ δύναμι. Καὶ βλέπετε, ἂς ποῦμε, αὐτὸ ποὺ λέμε, ὅτι ἤτανε διπλωμάτης, ἤτανε πολιτικός· γιατί; Γιατὶ ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος, γιατὶ σεβότανε τὸν ἄλλο, γιατὶ ὁ ἄλλος ἤτανε ὁ ἑαυτός του καὶ γιατὶ κοντὰ σ’ αὐτόν, τὸν μικρό, τὸν ταπεινὸ καὶ μεγάλο, ὁ κάθε ἕνας ἄνθρωπος ἔπαιρνε μιὰ ἀξία. Κι αὐτὸς χαιρότανε, ὅταν ἔπαιρνε ὁ ἄλλος ἀξία, ὅταν ὁ ἄλλος ἀναπαυότανε.
᾿Αλλ’ αὐτὸ δὲν γίνεται, ἂν τυχὸν ἐγὼ κάνω τὸν δικό μου σύλλογο, ἂν τυχὸν ἐγὼ θέλω νὰ προβάλω τὸν ἑαυτό μου, ἀλλ’ ἂν τυχὸν γίνωμαι φυτόχωμα, γιὰ νὰ φυτρώση τὸ δέντρο του ὁ ἄλλος, ἂν τυχὸν ἐγὼ πάω στὴν ἄκρη, ἐξαφανίζομαι, δὲν ὑπάρχω, δὲν θέλω κανένα «εὐχαριστῶ», ἀρκεῖ μόνο νὰ ζήση ὁ ἄλλος. Ὁ ἄλλος εἶναι ὁ ἑαυτός μου: «ἓν σῶμα καὶ ἓν πνεῦμα ἐσμὲν οἱ πολλοί». Γι’ αὐτό, βλέπετε ὅτι οἱ Ἅγιοι, δηλαδὴ οἱ ταπεινοί, κι ὅταν ὑπάρχουν, εἶναι σὰν ἀνύπαρκτοι. Δὲν παίρνουν χῶρο, δὲν κάνουν φασαρία. Κι ὅταν δὲν ὑπάρχουν ἐν σαρκί, ὅταν λείπουν, εἶναι ἐξ ἴσου μαζί μας, καὶ κρατοῦν τὸν κόσμο ὁλόκληρο στὴ ζωή. Ὁπότε, ὁ τρόπος τοῦ νὰ ὑπάρχης, εἶναι ὁ τρόπος τοῦ νὰ πεθαίνης καὶ νὰ θυσιάζεσαι ἑκούσια, ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλον, μὲ ἄλφα κεφαλαῖο καὶ ἄλφα μικρό.

Ἐρ.: Εἴπατε πρὶν ὅτι ἔχουμε πίστι μέσα μας, ὅτι πιστεύουμε τὸν Θεό, ἐνῶ οὐσιαστικὰ δὲν πιστεύουμε. Ἀπὸ μέσα μας δηλαδή…
[-Δὲν κατάλαβα. Εἶπα ὅτι πιστεύουμε στὸν Θεό, ἐνῶ οὐσιαστικὰ δὲν πιστεύουμε;
-Ναί· ὅτι πᾶμε στὶς ἐκκλησίες καὶ ἔχουμε ἕνα κενὸ μέσα στὴν πίστι μας.
-Τί ἔχουμε;]
-Κάποιο κενὸ ἀπὸ μέσα μας· ὅτι ἔρχονται στὸ Ἅγιον Ὄρος, εἴπατε, ἐπισκέπτονται διάφοροι «πιστοί», ἐνῶ ἀπὸ μέσα τους δὲν πιστεύουν οὐσιαστικὰ στὸν Θεό. ᾿Εσεῖς, κατὰ τὴν γνώμη σας, ποῦ πιστεύετε ὅτι ὀφείλεται αὐτό; Κι ἂν ἡ κοινωνία μας θέλη νὰ ἔχουμε, νὰ νοιώσουμε αὐτὸ τὸ κενό, ἢ ἡ ᾿Εκκλησία.

Ἀπ.: Αὐτὸ ποὺ εἶπα ὅτι… εἶπα: «Οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος θρησκευόμενοι δὲν καταλαβαίνουν τίποτα»· καὶ τὸ εἶπα σκοπίμως, ὅπως κάποιος δίδει ἕνα μπάτσο σὲ κάποιον, γιὰ νὰ ξυπνήση. Καταλάβατε;
Κατ᾿ ἀρχὴν ἤθελα νὰ πῶ τὸ ἑξῆς: Θυμᾶστε ἐκεῖνο τὸ περιστατικὸ ποὺ ἕνας πατέρας πῆγε τὸ ἄρρωστο παιδί του στὸν Κύριο καὶ Τὸν παρακάλεσε νὰ βοηθήση. Καὶ εἶπε ὁ Κύριος: «᾿Εὰν πιστεύης, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι». Κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ βασανισμένος, ἤτανε εἰλικρινής, καὶ εἶπε: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μοι τῇ ἀπιστίᾳ». Πιστεύω, καὶ ταυτόχρονα εἶμαι ἄπιστος. Βοήθησέ με νὰ πιστέψω.
Νομίζω ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία, εἶναι νὰ εἴμαστε σὰν τὸν Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό, εἰλικρινεῖς, καὶ νὰ μὴν παριστάνουμε τὸ κάτι παραπάνω ἀπ᾿ ὅ,τι εἴμαστε. Καλύτερα, λέει κάποιος, καλύτερα εἶναι μιὰ πραγματικὴ κόλασι ἀπὸ ἕνα φανταστικὸ παράδεισο. Κι ἂν τυχὸν ἐμένα μοῦ λέτε καλὰ λόγια, καὶ δὲν βλέπω ἐγὼ τὴν κακομοιριά μου, ἀλλὰ πιστέψω αὐτὰ ποὺ λέτε, κι ἀρχίζω νὰ κυκλοφορῶ σὰν νὰ εἶμαι αὐτὰ ποὺ νομίζουν οἱ ἄλλοι, τότε κάτι δὲν πάει καλά. ᾿Εὰν τυχὸν νοιώθω μιὰ πίστι, θὰ πῶ: «Δόξα τῷ Θεῷ, νοιώθω μιὰ ἀνάπαυσι». ᾿Εὰν τυχὸν νοιώθω μιὰ ἀμφιβολία, νὰ πῶ τὸν λογισμό μου. Καὶ ἔτσι, κενούμενος, ἀδειάζοντας κανεὶς καὶ ὄντας τίμιος μὲ τὸν ἑαυτό του, προχωρεῖ στὴν ἀλήθεια, καὶ βρίσκει τὴ μία πίστι -συμφωνῶ σ’ αὐτὸ ποὺ ἐλέχθη ἐξ ἀρχῆς- τὴ μιὰ πίστι, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δοξασία, ἀλλὰ εἶναι φανέρωσι τῆς δυνάμεως, τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία σώζει τὸν ἄνθρωπο· καὶ τὸν ἐλάχιστο ἄνθρωπο, τὸν καθένα, τὸν κάνει θεὸ κατὰ χάρι, καὶ ταυτόχρονα εἶναι αὐτὴ ἡ πίστι καὶ ἡ ἀγάπη ἡ ὁποία δυνάμει σώζει τὴν οἰκουμένη.

Ἐρ.: Μιλήσατε γιὰ διαβασμένους καὶ γιὰ μορφωμένους. ᾿Επειδὴ ὅλοι μας ἔχουμε σχέσι μὲ διάβασμα, ἢ ἡ δουλειά μας εἶναι γύρω ἀπὸ αὐτό, θὰ ἤθελα νὰ μᾶς πῆτε πῶς μποροῦμε νὰ γίνουμε μορφωμένοι, κι ὄχι διαβασμένοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἐρώτησι. Κι ἂν μπορῆτε νὰ μᾶς πῆτε λίγα λόγια γιὰ τὴ συνθήκη τοῦ Σένγκεν.

Ἀπ.: Λοιπόν… ὁ λαός μας κάποιον ποὺ ξέρει πολλά, τὸν λέει πολύξερο. Κάποιον ὁ ὁποῖος ἔχει προχωρήσει, καὶ ἔχει χωνέψει αὐτὰ ποὺ ξέρει, ἔχει γνῶσι, τὸν λέει γνωστικό. Εἶναι ἄλλος ὁ πολύξερος, κι ἄλλος ὁ γνωστικός. Γιὰ τὸ θέμα τοῦ μορφωμένου, εἶναι τὸ θέμα νὰ «μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ἡμῖν» καὶ νὰ ἔχουμε, ἔστω ἐλάχιστη, ἀπὸ τὴ χάρι καὶ ἀπὸ τὸν δυναμισμὸ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ. Γιὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω σαφῶς, σᾶς λέω τὸ ἑξῆς -κάτι ποὺ ἔμαθα στὸ Ἅγιον Ὄρος: Σεβαστῆτε τὸν ἑαυτό σας. Καὶ νὰ εἶστε εἰλικρινεῖς μὲ τὸν ἑαυτό σας. Καὶ νὰ ἐπισκέπτεστε τὸν ἑαυτό σας, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συμεών. Καὶ νὰ ἐξασφαλίσετε μιὰ ἥσυχη ὥρα καὶ μιὰ ἥσυχη γωνιά, ποὺ θὰ εἶναι μόνο ὁ ἑαυτός σας. Καὶ μάθετε νὰ λέτε τὸ «Κύριε ἐλέησον. Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν. ᾿Εσὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός, ὁ Δυνατός, ἐγὼ εἶμαι ὁ ἀδύνατος, ὁ ἁμαρτωλός. Σὲ γνωρίζω, καὶ δὲν σὲ γνωρίζω. Ξέρω ὅτι εἶμαι ἀδύνατος, ξέρω ὅτι ἐσὺ μὲ ἀγαπᾶς, καὶ ζητάω τὸ ἔλεός σου».
᾿Εὰν τυχὸν αὐτὸ γίνεται, τότε θὰ βροῦμε σιγὰ-σιγὰ τὸν ἑαυτό μας. Καὶ δὲν θὰ εἴμαστε ἐκτὸς ἑαυτῶν, δὲν θὰ ζοῦμε ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας. ᾿Εὰν τυχὸν δὲν ἐπισκεπτώμαστε τὸν ἑαυτό μας, δὲν ἔχουμε μιὰ ἥσυχη ὥρα καὶ μιὰ ἥσυχη γωνιά, τότε εἴμαστε συνέχεια ζαλισμένοι καὶ συνέχεια μαριονέτες ποὺ μᾶς κινοῦν ἄλλες δυνάμεις, εἴτε εἶναι ἡ τηλεόρασι, εἴτε εἶναι οἱ ἐφημερίδες, εἴτε εἶναι τὰ μαθήματα, εἴτε εἶναι ἡ ἐπιπολαιότης, εἴτε εἶναι τὰ πάθη τὰ δικά μας. ᾿Ενῶ τὸ βαθύτερο εἶναι μας, αὐτὸ τὸ ὁποῖο φέρει τὴ χάρι τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, νὰ πῆ: «Κοίταξε, δὲν εἶμαι τίποτα, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἔχω μιὰ δύναμι ποὺ δὲν φοβᾶται οὔτε τὸν χάρο». Γιὰ νὰ γίνη αὐτὸ τὸ πράγμα, θὰ πρέπη κανεὶς νὰ βρῆ τὸν ἑαυτό του. Καὶ θὰ βρῆ κανεὶς τὸν ἑαυτό του, ἂν μπορῆ νὰ εἶναι εἰλικρινὴς κατ’ ἀρχὴν μὲ τὸν ἑαυτό του.
Καὶ στὴ συνέχεια νοιώθει ὅτι (τί γίνεται;) ὅτι εἶναι, σὰν ἄνθρωπος, ἕνα μπόλι ἐλάχιστο, τὸ ὁποῖο μπολιάζεται στὴν καλλιέλαιο. Μπολιάζεται σ’ ἕνα δέντρο βαθύρριζο, καὶ νοιώθει ὅτι τὸ μπόλι αὐτὸ ἔπιασε. Μεγαλώνουν κλαδιά. ᾿Ανθίζει τὸ μπόλι, καὶ βγάζει καρπούς. Κι αὐτὸ τὸ ἐλάχιστο μπόλι ἔχει δικές του ρίζες, τὶς ρίζες τὶς βαθύτατες τοῦ αἰωνόβιου δέντρου. Τότε κανεὶς νοιώθει ὅτι εἶναι μορφωμένος, τότε κανεὶς νοιώθει ὅτι αὐτὰ ποὺ ζῆ μέσα του δὲν εἶναι… ἢ αὐτὰ ποὺ λέει, δὲν εἶναι κάτι ποὺ τὸ διάβασε, καὶ κρατάει ἕνα χαρτὶ καὶ στὸ διαβάζει, στὸ λέει, ἀλλ’ εἶναι κάτι ποὺ βγαίνει ἀπὸ μέσα του. Καὶ τί βγαίνει ἀπὸ μέσα του; Βγαίνει μιὰ στιγμὴ ἕνα «δόξα τῷ Θεῷ». Κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ μορφωμένος ἐν Χριστῷ, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει ὑγεία πνευματική, ξέρετε τί γίνεται στὸ τέλος; Ἔχει μιὰ ἠρεμία καὶ μιὰ ἐλευθερία, καὶ νοιώθει ὅτι δὲν ἔχει κανένα παράπονο γιὰ τίποτα καὶ γιὰ κανένα ἄνθρωπο. Γιατὶ ἂν τυχὸν ἐμεῖς παραπονιώμαστε καὶ μουρμουρίζουμε καὶ δυσανασχετοῦμε, σημαίνει ὅτι… ὄχι ὅτι μᾶς φταῖνε οἱ ἄλλοι, ἀλλ’ ὅτι ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τὴν ὑγεία τὴ μεγάλη, τὸ δυνατὸ σῶμα γιὰ νὰ χωνέψη τὴν κάθε τροφή, ὅπως εἴπαμε, καὶ βλέπουμε τὴ δύναμι τὴν ὁποία μποροῦμε νὰ πάρουμε.
Ἕνας ἄνθρωπος μορφωμένος ἐν Χριστῷ, ἕνας ἄνθρωπος μικρὸς ἐν Χριστῷ, δηλαδὴ μεγάλος, εἶναι ἥσυχος, ἤρεμος, δὲν ἀπειλεῖ κανέναν, καὶ δὲν ἀπειλεῖται ἀπὸ κανέναν. ᾿Αλλὰ ὅλα τοῦ κάνουν καλό, καὶ λέει μόνο: «Δόξα σοι, ὁ Θεός». Κι ὅσο περνοῦν τὰ χρόνια, δὲν χάνει δύναμι, ἀλλὰ αὐξάνεται ἡ δύναμί του. Κι ὅταν γεράση, τότε νοιώθει ὅτι τὰ γεράματα εἶναι συμπεπυκνωμένη νεότης· καὶ ὅταν πεθάνη, νοιώθει ὅτι διὰ τοῦ θανάτου μπαίνει σὲ μιὰ πλήμμυρα ζωῆς, τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε νὰ ἀντέξη ὅταν ἦταν ζωντανός.
Ἄλλο. ῎Α, γιὰ τὸ Σένγκεν; Νὰ ρωτήσετε τοὺς διαβασμένους.

Ἐρ.: Γέροντα, εἶναι κοινῶς ἀποδεκτὸ ὅτι στὴ νεολαία μας ὑπάρχει ἕνας κορεσμὸς τῶν πάντων: τῆς ὕλης, τῆς ἡδονῆς, τῆς ἀπόλαυσης. Κάποια στιγμὴ ἀπολυτοποίησαν τὰ πάντα, πλὴν τῆς Ὀρθόδοξης πίστης τους. Σήμερα αὐτοὶ οἱ νέοι θέλουν νὰ προσεγγίσουν, θέλουν ν’ ἀκουμπήσουν κάπου. Θέλουν μιὰ τρυφερὴ ἀγκαλιά. Κι ἐδῶ θἄθελα νὰ ρωτήσω: Οἱ ἐκφραστὲς τοῦ θείου λόγου -γιατὶ ὁ θεῖος λόγος ἀπὸ μόνος του εἶναι γλυκὺς καὶ πανέτοιμος νὰ τοὺς δεχθῆ- οἱ ἐκφραστὲς αὐτοῦ τοῦ θείου λόγου, οἱ ἱερεῖς, θεολόγοι καὶ λοιποί, θὰ συνδυάσουν τὴν παράδοσι μὲ τὸν σύγχρονο λόγο, ὥστε νὰ προσεγγίσουν τοὺς νέους μας, γιατὶ εἶναι ἡ ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος; Τελικὰ πῶς διαβλέπετε τὸ μέλλον τῆς νεολαίας μας; Εὐχαριστῶ.

Ἀπ.: Μ’ αὐτὰ ποὺ εἴπατε συμφωνῶ καὶ διαφωνῶ. Καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω: Οἱ ἐκφραστὲς τοῦ θείου λόγου ποῖοι εἶναι; Μετά, στὴ συνέχεια, γιὰ τὴ νεολαία. Ποιὰ εἶναι ἡ νεολαία; εἶναι τὰ νέα παιδιά. ᾿Εγὼ σᾶς λέω ὅτι αὐτὸ ποὺ ζητᾶμε ὅλοι εἶναι ὄχι μιὰ βιολογικὴ νεότητα, ἡ ὁποία παρέρχεται μὲ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, ἀλλὰ μιὰ χάρι ἡ ὁποία, ὅπως λένε, ξεπερνάει τὸν θάνατο.
᾿Επανέρχομαι στὴν πρώτη ἐρώτησι, καὶ ποὺ τὴ χαίρομαι. Αὐτὸ ποὺ ἐλέχθη, ἂν μιλᾶμε ἀπόλυτα γιὰ τὴν ᾿Ορθοδοξία, μήπως ἀδικοῦμε ἄλλους, εἴτε ἑτεροδόξους, εἴτε ἀλλόθρησκους, ποὺ κι αὐτοὶ ἔχουν μιὰ καλὴ διάθεσι… Μιλᾶμε ἀπόλυτα, νοιώθω ὅτι μπορεῖ νὰ μιλήση κανεὶς ἀπόλυτα, ἐπειδὴ ὑπάρχει μέσα ἐδῶ, στὸ βάθος, τῆς σοφίας ἡ γνησιότης καὶ ἡ ἀγάπη γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Μετά, στὴ συνέχεια, καταργοῦνται, πέφτουν τὰ εἴδωλα, καὶ ὑψώνεται ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ.
Μετά, μπορεῖ ἐγὼ νὰ μιλάω γιὰ ᾿Ορθοδοξία, νὰ μιλάω γιὰ ταπείνωσι, καὶ ταυτόχρονα ἀπὸ μέσα μου νὰ ἀναδύεται μιὰ ἀποφορὰ ἐγωισμοῦ. Νὰ μιλάω γιὰ ἡσυχία, καὶ νὰ σᾶς ταράσσω. Τὸ θέμα εἶναι ὅτι ὑπάρχουν οἱ ῞Αγιοι καὶ οἱ φορεῖς καὶ οἱ ἐκφραστὲς τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ, κι αὐτοὶ ποὺ φανερώνουν τὴ χάρι τῆς ᾿Εκκλησίας. Καὶ ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ ἔλεγα τὸ ἑξῆς: ὅτι αὐτοὶ ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξωτερικὰ φαίνονται.
Νὰ σᾶς πῶ κάτι. Γιατί πήγαμε στὸ Ἅγιον Ὄρος; Μιὰ στιγμή, βλέπετε ὅτι πολὺς κόσμος πάει στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἐνῶ παλιὰ ἤτανε, λέγανε, καταδικασμένο γιὰ νὰ πεθάνη. ᾿Εν τέλει, ὅταν περνᾶνε τὰ χρόνια, νοιώθει κανεὶς ὅτι πήγαμε γιὰ κάποιους ἁπλούς, γιὰ κάποιους ἀγράμματους, γιὰ κάποιους ἀνύπαρκτους, γιὰ κάποιους ταπεινοὺς ποὺ δὲν  εἶχαν καμμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Κι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι σοῦ μετέδιδαν ἕνα ἄρωμα ποὺ ἔφερνε τὴν ᾿Ανάστασι. Καὶ λές: «Κάθομαι κοντὰ σ’ αὐτούς». Καὶ μετὰ ἔνοιωσα τὸ ἑξῆς: ὅτι τέτοιοι ἄνθρωποι, ἁπλοί, ἀνύπαρκτοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν αὐτὴ τὴ χάρι καὶ τὴ μεγαλοσύνη, ὑπάρχουν πάρα πολλοὶ στὸν κόσμο, στὴν ῾Ελλάδα· ἀλλὰ ἡ ἀγωγὴ ποὺ παίρνουμε μᾶς λέει πολλὲς φορὲς ὅτι «αὐτὸ τὸ χρυσάφι εἶναι τενεκές, καὶ νὰ τὸν ἀποφεύγης. Καὶ νὰ περνᾶς τὸν τενεκὲ σὰν χρυσάφι…». Γι’ αὐτό, βασανιζόμαστε.
Θυμᾶμαι μιὰ φορὰ μὲ τὸν παπα-᾿Αντώνη, μ᾿ ἕναν μοναχὸ τῆς Μονῆς μας, πήγαμε κάπου στοῦ Σκαραμαγκᾶ, ποὺ διαλύουνε τὰ καράβια, καὶ θέλαμε νὰ πάρουμε μιὰ βάρκα, γιὰ νὰ μεταφέρουμε ἄμμο. Καὶ ζητούσαμε μιὰ σιδερένια βάρκα. Καὶ ἦταν ἐκεῖ πέρα ἕνας χοντρός, μονόφθαλμος καὶ κακοντυμένος, ὁ ὁποῖος ἐφύλαγε τὰ διαλυμένα καράβια. Ὅταν μᾶς εἶδε, μᾶς πλησίασε καὶ μᾶς εἶπε: «Tί θέλετε νὰ κάνετε τὴ βάρκα;». Τοῦ εἴπαμε: «Νὰ μεταφέρουμε ἄμμο». Λέει: «Νὰ μὴν πάρετε σιδερένια βάρκα, ἀλλὰ νὰ πάρετε μιὰ ξύλινη, πού, ὅταν σπάση μιὰ τρέσα, τὴν ἀλλάζετε». Μᾶς μίλησε λίγο. Καὶ φύγαμε ἀπ’ αὐτόν. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐμένα μὲ ἀνέπαυσε. Αὐτὸς εἶχε μιὰ χάρι. Αὐτὸς ἦταν σὰν ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὰ χαλασμένα καράβια, ἀλλ᾿ αὐτὸς εἶχε τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ, κι αὐτὸς μεταδίδει τὴ χάρι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Καὶ μπορεῖ νὰ διαβάσω ἕνα βιβλίο κάποιου θεολόγου, καὶ νὰ μὴ μοῦ λέη τίποτα. Καὶ ν’ ἀκούσω κήρυγμα, καὶ νὰ μὴ μοῦ λέη τίποτα.
Γι’ αὐτό, σᾶς λέω τὸ ἑξῆς: ῾Ησυχάστε λίγο στὸν ἑαυτό σας, βρέστε μιὰ ὥρα, μισὴ ὥρα, κι ἕναν ἥσυχο τόπο. Νὰ εἶστε εἰλικρινεῖς μὲ τὸν ἑαυτό σας, καὶ θὰ δῆτε ὅτι σιγὰ-σιγὰ ἀναπτύσσεται μέσα σας μιὰ δύναμι ἡ ὁποία σπάει τὰ σίδερα τῆς  ὁποιασδήποτε φυλακῆς, τὰ σίδερα τῆς ὁποιασδήποτε φυλακῆς τῆς ἐπιτυχίας. Καὶ ἔχετε τὴ δύναμι καὶ τὴν αἴσθησι καὶ τὴν εὐαισθησία, γιὰ νὰ βρίσκετε παντοῦ αὐτοὺς τοὺς μεγάλους Ἁγίους, ποὺ εἶναι ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ποὺ εἶναι κάποιοι ταπεινοί, ποὺ εἶναι στὸ σπίτι σας. Καὶ μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ πατέρας, ἡ μάνα, ὁ παππούς, ἡ γιαγιά, ἢ ἕνα μικρὸ παιδί. ᾿Αλλά, πρὸ παντός, ἔχουμε πολλοὺς γέρους, πολλὲς γιαγιάδες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν αὐτὴ τὴ χάρι τὴ μεγάλη ποὺ ἔχουν οἱ ἁγιορεῖτες οἱ ταπεινοί, οἱ ὁποῖοι κάλεσαν ἐμᾶς στὸ Ἅγιον Ὄρος μόνο μὲ τὸ ὅτι ὑπάρχουνε, καὶ ποὺ δὲν ἔχουν καμμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους, κι ὅτι σὲ ἀγαποῦνε πρὶν σὲ γνωρίσουνε, ὅτι σὲ σέβονται περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἀξίζεις. Κι ἔτσι, μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο σὲ δεσμεύουν, σὲ ρίχνουν στὸ φιλότιμο καὶ σὲ ἔχουν δέσει χειροπόδαρα, μὲ τὸ νὰ σὲ ἀφήνουν ἐλεύθερο.

Πρὸ ἡμερῶν ἤμουνα μὲ ἕναν ἄλλο μοναχὸ σὲ ἕνα σπίτι, καὶ κουβεντιάζαμε μὲ τὸν πατέρα γιὰ μιὰ δουλειὰ ποὺ θὰ ἐξυπηρετοῦσε τὸ μοναστήρι, καὶ δίπλα ἦταν ἡ γυναίκα του σὲ ἕνα ἄλλο δωμάτιο, ἡ ὁποία κάτι συλλάβιζε. Λέω: Μήπως θὰ μαθαίνη κανένα ἐγγονάκι της νὰ διαβάζη. Μετὰ λέω: «Τὶ εἶναι, τί κάνει;». Καὶ λέει ὅτι κάνει τὴν προσευχή της. Ὅταν φεύγαμε ἀπὸ τὸ δωμάτιο, ὅταν τελειώσαμε τὴ δουλειά, περάσαμε, καὶ ἦταν μέσα στὴν κουζίνα, εἶχε ἀνάψει τὸ καντήλι, καὶ διάβαζε συλλαβιστὰ μιὰ Παράκλησι. Κι αὐτὴ ἡ ἄσχημη γριὰ μὲ τὰ γυαλιὰ ἤτανε ἄγγελος. Καὶ λέω: «Κοίταξε, αὐτοὶ κρατοῦν τὸν κόσμο». Κι αὐτὴ ἔχει μέσα της ἤρεμα τὴ χαρὰ ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο· γιατί, ξέρετε, αὐτὴ δὲν ἔχει καμμία ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό της, ὅτι εἶναι κάτι σπουδαῖο· καὶ γι’ αὐτὸ τὸν λόγο ἔχει μέσα της αὐτὴ τὴν ἀνάπαυσι.
Ξέρετε, εἶναι καλὸ νὰ πετύχη κανεὶς καὶ νὰ βγῆ καὶ πρῶτος στὰ μαθήματα. Εἶναι καλὸ νὰ τὰ πετύχη ὅλα. ᾿Αλλὰ σᾶς λέω τὸ ἑξῆς: ὅτι, ἐν τέλει, ὅλ᾿ αὐτὰ εἶναι ἀνεπαρκῆ. ᾿Εγὼ δὲν λέω νὰ μὴ ζητήση κανεὶς νὰ ἔχη κάτι. ᾿Αλλὰ νὰ ἔχη ὅ,τι χρειάζεται, νὰ ἐπαρκῆ, καὶ μετὰ νὰ ζητήσουμε πάσῃ θυσίᾳ αὐτὸ τὸ ἕνα, τὸ ἐλάχιστο, τὸ ὁποῖο καταργεῖ τὸν θάνατο καὶ τὸ ὁποῖο φωτίζει ἔσωθεν ὅλα τὰ πρόσκαιρα καὶ τὰ διαβατικά, καὶ τοὺς δίνει ἕνα φῶς καὶ μία αἴγλη αἰωνιότητος.
Καὶ νὰ σᾶς πῶ κάτι: Αὐτὰ ποὺ σᾶς λέω τὰ καταλαβαίνετε. Κι ἂν νομίζετε ὅτι δὲν τὰ καταλαβαίνετε, τὰ καταλαβαίνετε. Κι ἂν δὲν τὰ νοιώθετε τώρα, θὰ τὰ νοιώσετε λίγο ἀργότερα. Ἂν τὰ ἔλεγα κάπου ἀλλοῦ, σὲ ἄλλη χώρα, δὲν θὰ καταλάβαιναν τίποτα. Καὶ τὰ καταλαβαίνετε, γιατὶ ὑπάρχει στὴ γενιά σας ἡ γιαγιά, ἡ ὁποία συλλαβίζει τὴν προσευχή, ἡ ὁποία ἀνάβει τὸ καντήλι. ῾Υπάρχει ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος λέει μιὰ κουβέντα, ὅτι «αὐτὴ ἡ βάρκα δὲν εἶναι γιὰ σᾶς, καλύτερα πάρτε τὴν ἄλλη», καὶ νὰ νοιώθης ὅτι, ἐνῶ σοῦ εἶπε αὐτὴ τὴν κουβέντα, σὲ ἀνέπαυσε πνευματικά. Ὅπως ὁ Κύριος μετὰ τὴν Ἀνάστασι εἶδε τοὺς μαθητές Του στὸν αἰγιαλό, καὶ τοὺς εἶπε νὰ βάλουν ἐκεῖ τὰ δίχτυα, κλπ. Κατάλαβαν ὅτι εἶναι ὁ Κύριος, καὶ δὲν εἶπαν τίποτα σὲ κανέναν, ἀλλὰ κατάλαβαν ὅτι ἦταν ὁ Χριστός, ὁ οποῖος τοὺς εἶπε αὐτὰ τὰ ἁπλὰ πράγματα.
Καὶ πολλοὶ θεοὶ κατὰ χάρι ὑπάρχουν, πολλοὶ χριστοὶ κατὰ χάρι κυκλοφοροῦν μεταξύ μας. Καὶ κοιτᾶτε ποιοὶ εἶναι: Εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν πληγώνουν ἄνθρωπο, καὶ δὲν ἔχουν καμμιὰ ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Νὰ μὴ σᾶς πῶ τώρα ἄλλα. Θυμᾶμαι, ὅταν ἤμουνα μικρός, καὶ δὲν ὑπῆρχαν πλυντήρια, ἤτανε κάποια γριὰ ἀπὸ τὴν Μικρὰ ᾿Ασία, ἡ ὁποία ἔπλενε τὰ ροῦχα. Στὸ τέλος δὲν μποροῦσε νὰ πλένη, κι ἐρχόταν καὶ ἔπαιρνε μιὰ βοήθεια. Καὶ ὅταν ἤμασταν μικρὰ παιδιά, πηγαίναμε, γιατὶ ἕνα μικρὸ παιδὶ ἀγαπάει τὸν ἀδύνατο, ὅπως ἀγαπάει κι ἕνα τραυματισμένο πουλάκι. Πηγαίναμε καὶ τῆς φιλούσαμε τὸ χέρι. Καὶ ἡ γιαγιά μου ἀντιδροῦσε (ἦταν τύπος κρητικός): «Μὴ τῆς φιλᾶς τὸ χέρι». ᾿Εμεῖς τὴν ἀγαπούσαμε, ἐπειδὴ ἦταν ἀδύνατη. Καὶ μιὰ φορά, σὲ μιὰ συζήτησι, εἶπε ἡ κυρα-Ζαχαρένια: «Ἄνθρωπο μ’ ἔπαν καὶ ἐμένα». Κι αὐτὸ μοῦ ἔχει μείνει μέσα μου. Δὲν εἶχε δόξα, δὲν  εἶχε τιμές, δὲν  εἶχε παιδιά, δὲν εἶχε σπίτι, δὲν εἶχε τίποτα, εἶχε μόνο ἕνα πράγμα, τὸ ὅτι ἦταν ἄνθρωπος -«ἄνθρωπο μ’ ἔπαν καὶ ἐμένα».

Καὶ νὰ σας πῶ κάτι: Θυμᾶστε καὶ σεῖς ὅτι κάποτε, μικροί, θὰ θέλατε νὰ γίνετε κάτι. Κάποτε εἴχατε κάποιους ἥρωες, ὅταν ἤσασταν στὸ δημοτικό, ἢ στὸ γυμνάσιο, ἢ στὸ λύκειο. Πιθανὸν καὶ τώρα νὰ ἔχετε κάποιους. Νὰ σᾶς πῶ: Κι ἐγὼ εἶχα κάποιους ἥρωες, κι ἐγὼ εἶχα κάποια ἰδανικά. ᾿Εν τέλει, ὁ ἥρωας ὁ μεγάλος ὁ δικός μου εἶναι ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς καὶ ἡ κυρα-Ζαχαρένια. Ἡ κυρα-Ζαχαρένια μὲ τὸν Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ μεταδίδουν τὴν ἴδια χάρι καὶ τὴν ἴδια εὐλογία, ἡ ὁποία εὐλογία αὐτὴ εἶναι εὐλογία γιὰ ὅλο τὸν κόσμο, γιὰ πιστοὺς καὶ γι’ ἀπίστους.

Ἐρ.: -Μπορεῖτε νὰ μᾶς πῆτε λίγα περισσότερα γιὰ τὴν ῾Αγία Τριάδα καὶ τὸν ἄλλο ποὺ εἶναι ὁ ἑαυτός μας;
[-Καὶ γιὰ…]
-…τὸν ἄλλο ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἑαυτός μας. Καὶ ἂν εἶναι δυνατόν, μιὰ ἀναφορὰ στὴ διάκρισι ἀνάμεσα στὴν προσευχὴ τὴν καρδιακὴ καὶ τὸν διαλογισμό.

Ἀπ.: Λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός: «Νὰ σᾶς πῶ τί εἶναι ἡ ῾Αγία Τριάδα. Σᾶς φέρω μιὰ εἰκόνα, ὅτι εἶναι ὁ ἥλιος ὁ Θεὸς Πατέρας· καὶ οἱ ἀκτῖνες ποὺ ἔρχονται, εἶναι σὰν κλωστές, εἶναι ὁ Υἱός· καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τὸ φῶς, τὸ ὁποῖο ἁπλώνεται γύρω. ᾿Αλλά, λέει, ἂν θέλετε νὰ καταλάβετε καλύτερα τί εἶναι ἡ ῾Αγία Τριάδα, νὰ πᾶτε νὰ ἐξομολογηθῆτε σ᾿ ἕναν πνευματικὸ παστρικά, νὰ ζήσετε ὅπως ὁ Θεὸς θέλει, καὶ τότε θὰ καταλάβετε τί εἶναι ἡ ῾Αγία Τριάδα».
Νὰ σᾶς πῶ κάτι: ῞Οταν ἐγὼ εἶμαι διαβασμένος κι ἐγωιστής, ζῶ ἐκτὸς ἑαυτοῦ καὶ δὲν ξέρω τίποτα, οὔτε τί εἶναι Αγία Τριάδα, οὔτε τί εἶναι ἄνθρωπος. Ὅταν ἔχω τὴ χάρι τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ ἢ τῆς κυρα-Ζαχαρένιας, ὅταν δὲν θέλω νὰ πληγώσω κανέναν, καὶ ταυτόχρονα ὅ,τι ἔχω τὸ δίδω στοὺς ἄλλους, τότε δὲν γνωρίζω τί εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ ζῶ ἐν τῷ Θεῷ.
Νὰ σᾶς πῶ κάτι: Ἤτανε κάποιος ὁ ὁποῖος ἤτανε πολὺ πλούσιος καὶ δὲν  εἶχε παιδιά. Ἤτανε πολὺ ἐκκλησιαστικός, δηλαδὴ ἤξερε ὅλα τὰ τυπικὰ τῆς ᾿Εκκλησίας, καὶ ἔκανε παρατήρησι ἐὰν κάπου γινόταν ἕνα λάθος. Καὶ μιὰ φορὰ μοῦ λέει ὅτι «νοιώθω ὅτι δὲν πιστεύω. Ἔχω ἀπιστία». Καὶ νὰ σᾶς πῶ κάτι: ᾿Εγὼ μέσα μου εἶπα: «Καὶ πρὶν μοῦ τὸ πῆς, τὸ ἔνοιωθα ὅτι δὲν πιστεύεις». Γιατί, ἐὰν πίστευε, τότε αὐτὸ τὸ βάρος ποὺ εἶχε ἐπάνω του, γέρος, χωρὶς παιδιά, μὲ πλούτη, θὰ τὰ εἶχε σκορπίσει. Ποῦ; στοὺς ἄλλους, ὅπου θέλει. Κι ἔτσι, μὴ ἔχοντας τίποτα, θὰ τὰ εἶχε ὅλα. Ὁπότε, ζώντας μέσα στὴν Εκκλησία, ὅπως λέμε, μὲ τὴ λογικὴ τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, μιὰ στιγμὴ σοῦ ἀποκαλύπτονται ὅλα, καὶ μιὰ στιγμὴ νοιώθεις κάτι τὸ ὁποῖο, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Συμεών, δὲν μπορεῖς οὔτε νὰ διδάξης, οὔτε νὰ διδαχθῆς, ἀλλὰ σοῦ δίδεται, σοῦ ἀποκαλύπτεται.
Γιὰ τὸ θέμα τῆς εὐχῆς καὶ τοῦ διαλογισμοῦ, ἐγὼ λέω τὸ ἑξῆς: ὅτι, ὅταν λέει κανεὶς τὴν εὐχὴ -σᾶς εἶπα δυὸ λόγια στὴν ἀρχὴ- «Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με, τὸν ἁμαρτωλόν», αὐτὸ ποὺ λέμε εἶναι ἡ ἀλήθεια. Μετά, εἴτε πιστεύω εἴτε δὲν πιστεύω, εἴτε πιστεύω πολὺ ἢ λίγο, ἐγὼ λέω: «Πέστε το αὐτὸ τὸ πράγμα». Αὐτὸ δὲ τὸ πράγμα εἶναι πλῆρες οὐσίας. Δὲν λέει κανείς: «Γιὰ νὰ ἠρεμήσης, ὅταν ἔχης ἀυπνία, καὶ νὰ σὲ πάρη ὁ ὕπνος, μέτρα ἀπὸ τὸ ἕνα μέχρι ἐκεῖ ποὺ θὰ πᾶς, μέχρι τὸ χίλια». Δὲν σοῦ λέω νὰ λέη κανεὶς μιὰ κουβέντα μαγική, μιὰ λέξι, νὰ μὴν πῶ μερικὲς λέξεις ποὺ λέγονται, ἂς ποῦμε. ᾿Αλλὰ λέει ἡ ᾿Εκκλησία, ἡ ὁποία ἔχει τὴ λογικὴ λατρεία (τὸ λάμδα μικρὸ καὶ κεφαλαῖο): «Πέστε τὴν εὐχή». Ποιὰ εὐχή; «Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με, τὸν ἁμαρτωλόν». Εἶσαι ὁ Κύριος, ὁ ᾿Ιησοῦς, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ὁ δυνατός, ὁ ὁποῖος εἶσαι γνωστὸς σὲ ἐμένα καὶ ἄγνωστος· καὶ ταυτόχρονα, ἐλέησέ με τὸν ἁμαρτωλό. Νοιώθω ὅτι ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ κάποιο ἔλεος, ἀπὸ κάποια βοήθεια, ὅπως νοιώθω ὅτι ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ ὀξυγόνο γιὰ νὰ ἀναπνεύσω, ἔχω ἀνάγκη ἀπὸ τὸν ἥλιο γιὰ νὰ ζεσταθῶ καὶ νὰ ζήσω».
Ὁπότε, ὅταν αὐτὸ τὸ λέμε, ὅταν αὐτὸ τὸ λέμε κατ’ ἀρχὴν ψιθυριστά, νὰ τὸ ἀκούη καὶ τὸ αὐτὶ μας, ὅταν αὐτὸ τὸ λέμε κάνοντας τὸ σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ, ὅταν τὸ λέμε κάνοντας μερικὲς μεγάλες μετάνοιες, τότε συμμετέχει ὅλος ὁ ἑαυτός μας. Κι ἂν τυχὸν ὁ νοῦς μας πάη δεξιὰ καὶ ἀριστερά, μποροῦμε νὰ νοιώθουμε τὸ ἑξῆς: «Θεέ μου, κοίταξε, δὲν μπορῶ νὰ συγκεντρώσω τὸν νοῦ μου μιὰ στιγμή, νὰ πῶ τὴν ευχή. Δέξου αὐτό, τὸ ὅτι κάνω τὸ σημεῖο τοῦ τιμίου Σταυροῦ καὶ γονατίζω μπροστὰ στὴν εἰκόνα Σου, σὰν μιὰ αἴτησι τοῦ ἐλέους Σου».
Πῶς εἶναι κάποιος πνιγμένος, ποὺ θέλει νὰ ζητήση βοήθεια καὶ δὲν μπορεῖ νὰ μιλήση, καὶ κουνάει τὸ χέρι, καὶ ἡ κίνησι τοῦ χεριοῦ εἶναι μιὰ ἔνδειξι βοηθείας, ἔτσι εἶναι καὶ ἡ εὐχὴ αὐτή. Καὶ νομίζω ὅτι ἐὰν τυχὸν κανεὶς μπορῆ νὰ τὸ κάνη αὐτὸ -ἔλεγε κάποιος Γέροντας: «Νὰ κάνης τὶς μετάνοιες σὰν σουηδικὴ γυμναστική»- ἂν κάνη αὐτὴ τὴ σουηδικὴ γυμναστική, θὰ δῆ στὸ τέλος ὅτι ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόπο τῆς καλλιεργείας τῆς ψυχῆς του βλαστάνει ἕνας καρπός, ποὺ τὸν τρέφει. Καὶ στὸ τέλος γίνεται ἀκόπως ἡ εὐχή. Καὶ στὸ τέλος, ὅπως λέει ἡ Φιλοκαλία, ἀναπνέει κανεὶς τὴν εὐχὴ «ἄνευ τῆς οἱασοῦν ἐννοίας». ᾿Αναπνέει τὴν εὐχὴ χωρὶς καμμιὰ ἔννοια· κι ἔτσι, χωρὶς νὰ κάνη κανεὶς τίποτα, γίνονται ὅλα μὲ τὴ χάρι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Νὰ σεβαστοῦμε τὸν ἑαυτό μας, καὶ μὴν ὑποτιμᾶτε τὸν ἑαυτό σας.

Κι ἐπίσης, αὐτὸ ποὺ λέγεται πολλὲς φορές: «Ἡ ᾿Εκκλησία… τί κάνουνε, λέει, οἱ δεσποτάδες, τί κάνουνε οἱ ἱερεῖς, κλπ.». Δὲν μοῦ ἀρέσουνε αὐτὲς οἱ κουβέντες. Γιὰ ποιὸ λόγο; ᾿Εγὼ δὲν θέλω νὰ ὑποτιμᾶ κανεὶς κανένα. Μπορεῖ ἐγὼ νὰ εἶμαι καλόγερος ἢ ἡγούμενος, καὶ νὰ μοῦ λένε μεγάλα λόγια. Καὶ μπορεῖ ἡ κυρα-Ζαχαρένια νὰ μὴν ἦταν τίποτα, παρὰ μόνο νὰ ἦταν ἄνθρωπος, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ κυρα-Ζαχαρένια βοηθάει ὅλο τὸν κόσμο. Ὁπότε, σεβαστῆτε τὸν ἑαυτό σας καὶ -πῶς λέει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος πήγαινε στὴ Δαμασκό, καὶ τὸν τύφλωσε ὁ Χριστὸς καὶ τὸν πῆρε, καὶ λέει: «Οὐκ ἀπειθὴς ἐγενόμην τῇ οὐρανίῳ ὀπτασίᾳ», δὲν ἔγινα ἀπειθής, ἀλλὰ ὑπήκουσα εἰς τὴν οὐράνια ὀπτασία. Νομίζω ὅτι ὁ καθένας μας ἔχει στιγμὲς Χάριτος κι ἔχει στιγμὲς νηφάλιες καὶ στιγμὲς ποὺ ὑπάρχει ἡ ἀστραπὴ τῆς Θεότητος, καὶ κάτι λέει. Θὰ πρέπει νὰ εἴμαστε συνεπεῖς. Ἂν μποροῦμε νὰ ποῦμε «οὐκ ἀπειθὴς ἐγενόμην τῇ οὐρανίῳ ὀπτασία», ἂν τυχὸν κανεὶς εἶναι συνεπὴς σ’ αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε, τότε στὴ συνέχεια θὰ προχωρῆ φυσιολογικὰ ἀπὸ «δόξης εἰς δόξαν» καὶ θὰ φθάση σ’ αὐτὴν τὴν ἀνάπαυσι, ποὺ θὰ ἵσταται καὶ θὰ κινῆται. Δὲν θὰ κάνη τίποτα, κι ὅλα θὰ γίνωνται μὲ τὴ χάρι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, γιατὶ αὐτὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «προσεύχεται ὑπὲρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις» μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ ταπεινοῦ ἀνθρώπου.
Εἶναι δώδεκα καὶ εἴκοσι πέντε; Ὅποτε θέλετε, σταματᾶμε.

Ἐρ.: Τὸν τελευταῖο καιρὸ βλέπουμε στὶς τηλεοράσεις τὴν ᾿Εκκλησία νὰ ἔχη ἕναν ἀπεριόριστο πλοῦτο, τί νὰ πῶ, μέσα στὸ χρυσάφι τοὺς δεσποτάδες καὶ…

Ἀπ.: Ψεύτικα χρυσάφια εἶναι, σᾶς κοροϊδεύουνε.

Ἐρ.: Δὲν ξέρω, ἐγὼ διάβασα στὶς ἐφημερίδες ποὺ λένε ὅτι ὁ πιὸ φθηνὸς προϋπολογισμὸς γιὰ τὴν ἐνδυμασία τοῦ ἀρχιεπισκόπου εἶναι γύρω 5.000.000. Βλέπουμε τὴν ᾿Εκκλησία νὰ ἔχη χωράφια, σπίτια… μιὰ ἀπέραντη περιουσία, καὶ μετὰ μᾶς λέει νὰ εἴμαστε ἁπλοί. Πῶς γίνεται αὐτὸ τὸ πράγμα, ὅταν ἡ ἴδια ᾿Εκκλησία ὀφείλει…

Ἀπ.: Μά, δὲν σοῦ εἶπα ὅτι πρέπει νὰ σέβεσαι τὸν ἑαυτό σου, καὶ νὰ εἶσαι τόσο μεγάλη, ὥστε νὰ ἔχης γίνει χαζή, καὶ νὰ τὰ συγχωρῆς ὅλα, γιατὶ ἡ μεγαλοσύνη σου δὲν σοῦ ἐπιτρέπει νὰ ασχολῆσαι μὲ τιποτένια πράγματα, καὶ νὰ ἔχης τὴ χάρι τοῦ Θεοῦ μέσα σου; Καὶ λέγει ὁ ἅγιος ᾿Ισαὰκ ὁ Σῦρος, ὅτι «ἀληθῶς καθαρὸς τῇ καρδίᾳ», ἀληθινὰ καθαρὸς στὴν καρδιά, εἶναι αὐτὸς γιὰ τὸν ὁποῖο εἶναι ὅλοι καθαροί, καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς βέβηλος. Εἶναι ὅλοι καθαροί, καὶ δὲν διακρίνει δίκαιο ἀπὸ ἁμαρτωλό. Εἶναι ὅλοι ἅγιοι καὶ πανάγιοι. Ὁπότε, ἂν φθάσουμε στὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ἂν τυχὸν εἴμαστε χαζοὶ καὶ τυφλοί, τότε εἴμαστε ἔξυπνοι καὶ ὀξυδερκεῖς, καὶ τότε εἴμαστε ἤρεμοι, ἥσυχοι, ἀδύνατοι καὶ παντοκράτορες κατὰ χάριν Θεοῦ.
Γι’ αὐτό, λέω ὅτι μὴ μοῦ λέτε τί κάνουν οἱ δεσποτάδες, γιατὶ ἐγὼ σᾶς λέω… Μὴ μοῦ λέτε τί κάνουν οἱ παπάδες, μὴ μοῦ λέτε τί κάνουν κάτι καλόγεροι. Θὰ δώσουμε ὅλοι λόγο στὸν Θεό. ᾿Αλλὰ ἐγὼ σοῦ λέω τὸ ἑξῆς: ὅτι, πολλὲς φορὲς αὐτὴ ἡ ἐρώτησι καὶ αὐτὴ ἡ ἀπασχόλησι εἶναι κάτι ἀπὸ τὸν πειρασμό, γιὰ νὰ μᾶς κρατάη μὲ τιποτένια πράγματα ἀπασχολημένους. Κι ἐγὼ σοῦ λέω τὸ ἑξῆς: Ποιὸς σοῡ λέει ὅτι ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἕνας μὴ μεγάλος, ἕνας μὴ ἐμφανίσιμος, ἕνας μὴ γνωστός, δὲν εἶναι πολὺ μεγαλύτερος ἀπ’ ὅλους τοὺς τρανοὺς καὶ μεγάλους; Καὶ ὁ Θεὸς τοῦ ἔχει δώσει πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ξέρει μόνο αὐτός. Κι αὐτὸς μπορεῖ νὰ τὰ ἀξιοποιήση, κι αὐτὸς ἐπίσης θὰ δώση λόγο στὸν Θεό, γιατὶ δὲν τὰ ἀξιοποίησε.
Γι’ αὐτό, βλέπετε, ἂς ποῦμε, ὅτι μ’ αὐτὰ ποὺ λέμε θέλουμε νὰ δώσουμε ἕναν τρόπο ζωῆς ποὺ νὰ ὑπάρξη ἔξοδος ἀπὸ τὴ φυλακή, ὁτιδήποτε κι ἂν συμβῆ. Καὶ θυμᾶστε αὐτὸ ποὺ λέγεται στοὺς Χαιρετισμούς: «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει, ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ ᾿Ιωσὴφ σπουδῇ ἐπέστη, ὁ ᾿Ασώματος λέγων τῇ ᾿Απειρογάμῳ…». Θέλω νὰ μείνω στὸ ἑξῆς: «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς…». Μιὰ στιγμὴ μυστικὰ σοῦ προστάζει ὁ Θεὸς κάτι, καὶ πρέπει αὐτὸ νὰ τὸ ἀκούσης καὶ ν’ ἀσχοληθῆς μ’ αὐτό. Καὶ τὰ ἄλλα τί τὰ κάνω; Συγχωρῶ ὅλους.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, τὸ νὰ πῆ κανεὶς μιὰ γνώμη, τὸ νὰ γράψη κάτι, νὰ τὸ κάνη. Αλλὰ δὲν πρόκειται νὰ μείνω ἐγὼ σ’ αὐτὸν τὸν «κοινωνικὸ ἀγώνα». ῾Υπάρχει ἕνας ἄλλος ἀγώνας, ὁ ὁποῖος γίνεται μυστικῶς καὶ ὁ ὁποῖος κυβερνᾶ οὐσιαστικὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα γίνονται στὴν ἐπιφάνεια τῆς ἱστορίας. «Τὸ προσταχθὲν μυστικῶς λαβὼν ἐν γνώσει…». ᾿Ακοῦστε μυστικὰ αὐτὸ ποὺ μυστικὰ σᾶς προστάζεται, καὶ πολλὲς φορὲς δὲν εἶναι μιὰ παράκλησι, ἀλλ’ εἶναι μιὰ προσταγή. Κι ὅτι δὲν βλέπει κανεὶς ὅτι, ὅταν δεχθῆ αὐτὴ τὴν προσταγή, δὲν ἔχει καιρὸ νὰ ἀσχοληθῆ μὲ τιποτένια πράγματα· κι ὅταν εἶμαι χορτάτος ἀπὸ τὸ πιὸ πλούσιο φαγητό, δὲν ζητάω νὰ βρῶ τροφὴ στὰ σκουπίδια, ὅπως γινόταν στὴ γερμανικὴ κατοχή.
-Δόθηκε ἀπάντησι;
-Ὄχι.
-Δὲν πειράζει. Ἂς μείνη ἔτσι.